Χώροι λατρείας στην Αρχαία πόλη του Άργους
Κατερίνα Μπαρακάρη – Γλένη
Αρχαιολόγος του ΥΠ.ΠΟ, (με βαθμό Α’)
Η συνεχής έρευνα και μελέτη των αρχαίων καταλοίπων στην αρχαία πόλη του Άργους αποκαλύπτει συνεχώς νέα στοιχεία, όπως τα σημαντικά νέα επιγραφικά ευρήματα, και τεκμηριώνει όσα μας παραδίδονται από τις γραπτές πηγές σχετικά με το θέμα.
Η προσέγγιση της αρχαιότητας, σύμφωνα με μία σύγχρονη αντίληψη, δεν περιορίζεται πλέον στην προβολή των μεγάλων έργων τέχνης, όπως τα πολύτιμα αφιερώματα του Άργους, έργα χαλκοπλαστικής και γλυπτικής, στα Πανελλήνια Ιερά Ολυμπίας και Δελφών, αλλά επιδιώκει την πλήρη κατανόηση και την ανάδειξη όλων των εκφάνσεων της ανθρώπινης δραστηριότητας.
1. Η έκταση της αρχαίας πόλης.
Οι ανασκαφές της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής, που άρχισαν από τον W.Vollgraff το 1902 και συνεχίζονται στο λόφο της Δειράδας και την αρχαία Αγορά, αλλά κυρίως ο μεγάλος αριθμός των σωστικών ανασκαφών που διεξάγει η Δ’ ΕΠΚΑ Ναυπλίου, μας αποκαλύπτουν μια αρκετά σαφή εικόνα για την έκταση αλλά και τη συγκρότηση της αρχαίας πόλης από τους προϊστορικούς χρόνους μέχρι τη Μεσαιωνική περίοδο. Η εικόνα ανταποκρίνεται σε μία πόλη-κέντρο με πυκνή κατοίκηση και κοινωνική δομή ανάλογη με τον ηγετικό ρόλο που διαδραμάτισε το Άργος μέσα στην Αργολίδα αλλά και στον ευρύτερο ελληνικό χώρο. Η πόλη των ιστορικών χρόνων, σε αντίθεση με την προϊστορική περίοδο, μετατοπίζεται σταδιακά από το χώρο των δύο ακροπόλεων της Λάρισας και της Δειράδας προς το νότιο πεδινό τμήμα, στο χώρο που στην κλασική περίοδο ιδρύεται η Αγορά. Η έκταση της αρχαίας πόλης ήταν σχεδόν ανάλογη με τη σύγχρονη πόλη. Διέθετε χώρους κατοίκησης, οδικό δίκτυο, βιοτεχνικές εγκαταστάσεις, χώρους ταφής, καθώς και χώρους λατρείας, δημόσιους και ιδιωτικούς, σε σπίτια και στις συνοικίες.
Η ανεύρεση ενός νέου χώρου λατρείας1 (1998-2000), στο ΝΑ τμήμα της πόλης μας αποκαλύπτει αρκετές νέες πληροφορίες για τις λατρευτικές πρακτικές των ιστορικών χρόνων.
2. Οι πηγές.
Οι πληροφορίες που διαθέτουμε για την αρχαία πόλη προέρχονται από την αρχαία λογοτεχνική παράδοση-έπη και τραγωδίες- τις γραπτές πηγές και τα αρχαιολογικά δεδομένα. Ένας συνεχής συνδυασμός των πληροφοριών από τους μύθους και την ιστορία αλλά κυρίως η μελέτη των αρχαιολογικών ευρημάτων συμβάλλουν στην ολοένα καλύτερη προσέγγιση της πολεοδομικής διάρθρωσης, με την παρουσία μνημειακών οικοδομημάτων και κτιρίων με ειδικές λειτουργίες, που αφορούν στο δημόσιο βίο, αλλά και της αστικοποίησης, την οργάνωση δηλαδή χώρων κατοίκησης και χώρων που εξυπηρετούσαν όλες τις δραστηριότητες, που αφορούν στον ιδιωτικό βίο των αρχαίων πολιτών.
Τα αρχαιολογικά ευρήματα μας παρέχουν άμεσες πληροφορίες, όπως οι επιγραφές και τα νομίσματα, ή έμμεσες πληροφορίες για τις συνήθειες και τα έθιμα που αφορούν σε εκδηλώσεις που σχετίζονται με τη γέννηση, την ανάπτυξη και τη γονιμότητα των φυτών, των ζώων και των ανθρώπων κατά τη διάρκεια του έτους2. Λεπτομερείς περιγραφές των ισχυόντων εθίμων περιλαμβάνονται στο γεωγραφικού περιεχομένου έργο του Στράβωνος και στην ταξιδιωτικού περιεχομένου περιήγηση του Παυσανία. Ο συνδυασμός όλων των πληροφοριών μας επιτρέπει μια προσέγγιση της θρησκευτικής τοπογραφίας και των λατρευτικών εθίμων, η εξέλιξη των οποίων σημαδεύουν τις κοινωνικές μεταβολές της αρχαίας πόλης.
Στην αρχαϊκή και κλασική Ελλάδα, όταν αναφερόμαστε στη θρησκεία, αναφερόμαστε στη θρησκεία της πόλης-κράτους3. Η πόλη έχει κοινωνική και πολιτική οντότητα, η οποία συγκροτείται σε μία ευρύτερη επικράτεια με ένα οικισμό στο κέντρο, έδρα των θεσμών. Το θρησκευτικό περιλαμβάνεται στο κοινωνικό σε όλα τα επίπεδα και την ποικιλία των εκφάνσεων του και διαποτίζεται από αυτό.
Σε αυτό τον τύπο θρησκείας το άτομο ως άτομο δεν κατέχει κεντρική θέση. Δεν μετέχει στη λατρεία ως πρόσωπο υπεύθυνο για τη σωτηρία της ψυχής του, αλλά αναλαμβάνει το ρόλο που του αναθέτει η κοινωνική του υπόσταση4 είτε ως άρχων, είτε ως πολίτης, είτε ως μέλος της φατρίας, είτε ως ηλικιωμένη γυναίκα ή νεαρό άτομο, αγόρι ή κορίτσι, στα διάφορα στάδια της ένταξης του στην ωριμότητα.
Η θρησκεία καθιερώνει μία συλλογική τάξη. Δεν υπάρχει αρχαία πόλη χωρίς θεούς, αλλά και οι θεοί έχουν ανάγκη τους ανθρώπους. Η πόλη έχει τους πολιούχους θεούς, που την προστατεύουν από εσωτερικούς και εξωτερικούς κινδύνους και εξασφαλίζουν την ενότητα του σώματος των πολιτών. Παράλληλα, με τους πολιούχους θεούς δημιουργούνται αστικά ιερά στο άστυ και αγροτικά ιερά στη χώρα, δηλαδή στην ύπαιθρο, όπου υπήρχαν μικρά χωριά, οι κώμες, στις οποίες κατοικούσαν καλλιεργητές της γης. Με τη συνένωση αυτών των κατοίκων και την ένταξη τους στο σώμα των πολιτών, γύρω στο 460 π.Χ., προέκυψε η πόλη-κράτος. Οι νέες περιοχές που κατακτήθηκαν (Μυκήνες, Τίρυνθα και πιθανώς Μιδέα), προστέθηκαν στην αργεία χώρα. Τα ιερά κατείχαν ήδη τεμένη (ιδιοκτησίες, κτήματα), πριν περιέλθουν στον έλεγχο του Άργους. Οι νέες περιοχές προστέθηκαν στις άλλες με την αφιέρωση5.
3.Τα Ιερά.
Σύμφωνα με τα αρχαιολογικά δεδομένα, φαίνεται ότι ιερά λατρείας θεών και ηρώων ιδρύθηκαν στην πόλη του Άργους και σε επτά άλλες θέσεις της κεντρικής Αργολίδας, στις οποίες το Άργος διατηρούσε την επιρροή του, γύρω στα μέσα ή στα τέλη του 8ου αι. π.Χ.6
Το Άργος, προστατευμένο από τον ισχυρό λόφο της Λάρισας στα δυτικά και το χαμηλότερο λόφο του προφήτη Ηλία ή της Δειράδας στα ΒΔ, σε θέση προνομιακή που εξασφάλιζε τη θέα όλης της πεδινής περιοχής και του Αργολικού κόλπου, μετά την κατάρρευση των μυκηναϊκών κέντρων, ως έδρα των Τημενιδών βασιλέων, εξελίχτηκε σε ισχυρό πολιτικό και οικονομικό κέντρο. Την πόλη οριοθετεί από Β και ΒΑ ο ποταμός Χάραδρος ή Ξηριάς, ενώ ο’Ιναχος διατρέχει την πεδινή περιοχή. Οι εκτεταμένες προσχώσεις και των δύο ποταμών καθιστούσαν την περιοχή ιδιαίτερα εύφορη και εξασφάλιζαν τα κύρια οικονομικά μέσα, στα οποία βασίστηκε η ανάπτυξη της7.
Η πόλη των ιστορικών χρόνων αναπτύχθηκε από τις υπώρειες των δύο λόφων προς το νότιο πεδινό τμήμα, γύρω από την περιοχή όπου ιδρύθηκε η «Λύκειος» Αγορά8, σύμφωνα με την αναφορά του Σοφοκλή στο σημείο που συγκλίνουν οι δρόμοι από διαφορετικές περιοχές της Αργολίδας. Στην κλασική περίοδο την πόλη περιέβαλαν τείχη, που διακόπτονταν από πύλες, στα σημεία που κατέληγαν οι δρόμοι από άλλες περιοχές9. Η ευρύτερη πεδινή περιοχή, γνωστή ήδη από την αρχαιότητα με το όνομα Αργεία, αποτέλεσε την περιοχή στην οποία το Άργος επέβαλε την κυριαρχία του και την κατέστησε επικράτεια του. Δύο σημαντικά γεγονότα, η κατάκτηση της Ασίνης (710 π.Χ.) και η ίδρυση του Ηραίου, (725 π.Χ.), στα πλαίσια της αργείτικης ηγεμονίας, επιβεβαιώνονται ιστορικά στους αρχαϊκούς και κλασικούς χρόνους. Το ιερό της Ήρας στην περιοχή της Πρόσυμνας, που αρχικά ιδρύθηκε από τους γειτονικούς οικισμούς (Μυκήνες, Τίρυνθα), έγινε οριστική ιδιοκτησία του Άργους, το Ηραίο, το εθνικό ιερό των Αργείων, η Ήρα, κυρίαρχη θεά, και τα Ηραία, η μεγάλη γιορτή στην οποία συμμετείχαν οι κάτοικοι από όλες τις περιοχές.
Ο περιηγητής Παυσανίας10 αναφέρει μεγάλο αριθμό ιερών και χώρων λατρείας στο Άργος, πολλοί από αυτούς στην Αγορά ή γύρω από αυτήν, από τους οποίους μόνο ένας μικρός αριθμός έχει ταυτιστεί ανασκαφικά. Υπήρχαν ιερά αφιερωμένα σχεδόν σε όλους τους Ολύμπιους θεούς. Οι Αργείοι τιμούσαν ανδρικές και γυναικείες θεότητες, προς τις οποίες αφιέρωσαν ναούς, ιερά, αγάλματα, ανάγλυφα και βωμούς, αλλά τιμούσαν και τους μυθικούς ήρωες και ημίθεους. Τα ιερά των πολιούχων θεών, του Λαρισαίου Διός και της Αθηνάς Πολιάς στην ακρόπολη στο λόφο της Λάρισας11, τα ιερά του Απόλλωνα Πύθιου12 ή Δειραδιώτη και της Αθηνάς Οξυδερκούς στην ακρόπολη στο λόφο της Ασπίδος13 ή Δειράδος, ενώ στο κέντρο της Αγοράς υπήρχε το σημαντικότερο ιερό της πόλης, το ιερό του Λυκείου Απόλλωνα14, στο οποίο αναρτούσαν τα ψηφίσματα της πόλης. Στα ΝΔ της Αγοράς αποκαλύφτηκε το ιερό της Αφροδίτης15.
Παράλληλα με τα ιερά των πολιούχων θεών και τα αστικά ιερά, αφιερώνονται ιερά και σε άλλες θεότητες. Η πώρινη θεμελίωση ιερού αρχαϊκών χρόνων στα ΝΑ της Αγοράς ταυτίστηκε με το ιερό της Ήρας Ανθείας ή Δήμητρας Πελασγίδος16, αλλά σύμφωνα με επιγραφικά ευρήματα, έχει προταθεί η ταύτιση του με το ιερό της Αθηνάς Σάλπιγγος17. Τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα και τα ευρήματα σε ανασκαφή, Β. του θεάτρου, υποδεικνύουν χώρο λατρείας με τελετουργικό χαρακτήρα18.
Σύμφωνα με τα ανασκαφικά δεδομένα, φαίνεται ότι η ίδρυση του Θεάτρου19 σε χώρο με πολλά ιερά, αφιερωμένα σε θεότητες και ήρωες. Από τις λατρείες, που ταυτίστηκαν, τέσσερις τουλάχιστον ήταν εγκατεστημένες στη θέση που επελέγη για την οικοδόμηση του νέου Μνημείου:
- Β της σκηνής , σε τάφρο, βρέθηκαν επτακόσια πήλινα ειδώλια και τετρακόσια αφιερωματικά αγγεία, που προέρχονται από ένα ιερό του 6ου αι. π.Χ.,
- στη βόρεια πάροδο, σε βόθρο θυσιών, βρέθηκαν απανθρακωμένα οστά, που υποδεικνύουν ότι ο χώρος ήταν αφιερωμένος σε χθόνια θεότητα,
- στη νότια πάροδο, ορόσημο του Διός Ευβουλέως, που ήταν πάρεδρος της θεάς Δήμητρας, υποδεικνύει λατρεία χθόνιας θεότητας,
- στη νότια πάροδο, ανάγλυφο των Διοσκούρων με αναθηματική επιγραφή στους fανακες, υποδηλώνει την ύπαρξη μικρού ιερού,
- από πηγάδι στο κοίλον του Θεάτρου προέρχεται χάλκινο αγγείο αφιερωμένο στον Ερασίνο (5ου αι.π.Χ.),
- επιγραφή του Ηρακλή σε πήλινο αγγείο υποδηλώνει την ύπαρξη ιερού και
- σε θραύσμα αγγείου συμπεραίνεται η ύπαρξη ενός ηρώου. Όταν χτίστηκε το Θέατρο (στο τέλος του 4ου αι. π.Χ.) σεβάστηκαν τα ιερά. Ορισμένα διατηρήθηκαν στη θέση τους και άλλα μετατοπίστηκαν και επανατοποθετήθηκαν.
Μια άλλη κατηγορία μνημείων αποτελούν τα Ηρώα20, που ερμηνεύουν το ρόλο που έπαιζε η παράδοση στη λατρευτική ιστορία της πόλης. Ενδεικτικά αναφέρουμε τέσσερα μνημεία αυτής της κατηγορίας:
- Το Ηρώο, προς τιμήν των ηρώων που έπεσαν στη Θήβα, ιδρύθηκε στην Αγορά γύρω στο 550 π.Χ., πιθανότατα συγχρόνως με ένα κενοτάφιο προς τιμήν των Αργείων που έπεσαν στην Τροία21,
- Ανάλογης ερμηνείας είναι το πώρινο υπόγειο τετράγωνο δωμάτιο, που αποκαλύφτηκε στα ΝΔ της πλατείας Κυψέλης22. Ο χώρος ήταν ένας αποθέτης ταφών νεαρών νεκρών, στο τελευταίο τέταρτο του 6ου αι.π.Χ., και περιείχε σημαντικά ευρήματα. Ανάμεσα τους αγγεία με μυθολογικές παραστάσεις. Πάλη του Ηρακλή με τον λέοντα της Νεμέας και τον Τρίτωνα και Διονυσιακή σκηνή,
- στο τέλος των αρχαϊκών χρόνων ανήκει μια μικρή τετράγωνη κατασκευή με χαρακτήρα θρησκευτικό, που αποκαλύφτηκε στα ΒΑ του θεάτρου23. Περιείχε δύο λύρες από καύκαλο χελώνας24.
Πλάι επομένως στη λατρεία των θεών, που συγκροτούν το γένος των αθανάτων, οι άνθρωποι εκφράζουν λατρευτικές δραστηριότητες και προς τους ήρωες. Ανάμεσα στους θεούς και στους ανθρώπους υπάρχει μια ριζική διαφορά. Οι πρώτοι είναι αποδέκτες της λατρείας και ως θεοί είναι αθάνατοι. Αντίθετα, οι άνθρωποι είναι βροτοί, καταδικασμένοι να γνωρίσουν τις αρρώστιες, τα γηρατειά και το θάνατο. Τα πράγματα είναι διαφορετικά στην περίπτωση των ηρώων. Αυτοί ανήκουν σε ένα είδος ανθρώπων που γνώρισαν τα γηρατειά και το θάνατο.
Αυτοί έζησαν σε μια εποχή, που αποτελεί για τους αρχαίους τα πολύ παλιά χρόνια, που οι άνθρωποι ήταν διαφορετικοί: μεγαλόσωμοι, ρωμαλαίοι, πιο όμορφοι. Το γένος αυτών των ανθρώπων είναι εκείνο που τα κατορθώματα τους ύμνησε η Επική ποίηση. Αυτοί συγκροτούν το μυθικό παρελθόν της Ελλάδας και των πόλεων. Στους τάφους τους τελείται λατρεία, θεσμοθετημένη από την πόλη-κράτος25. Με το μυθικό παρελθόν συνδέονται εκδηλώσεις που σχετίζονται με τους ήρωες, όπως δείχνουν τα αφιερωματικού χαρακτήρα αγγεία των γεωμετρικών χρόνων, που βρέθηκαν σε ορισμένους τάφους στη Μυκηναϊκή νεκρόπολη της Δειράδας26, και σε άλλες θέσεις της Αργολίδας. Νεότεροι μελετητές ερμηνεύουν αυτή τη μορφή λατρείας ως λατρεία προς τους νεκρούς27.
Οι αρχαίοι αποδίδουν νεκρικές τιμές στα αγαπημένα πρόσωπα. Στολίζουν τους τάφους τους με στεφάνια, προσφέρουν γλυκίσματα, χύνουν τελετουργικά στο χώμα χοές ή λίβες, δηλαδή νερό, γάλα, μέλι ή κρασί και τα επαναλαμβάνουν την τρίτη, την ένατη και την τριακοστή ημέρα μετά την κηδεία και στη συνέχεια κάθε χρόνο28. Σύμφωνα με δύο επιτύμβιες ενεπίγραφες στήλες από την κοίτη του Χάραδρου ή Ξηριά και από τάφο στην περιοχή Εθνικού Γυμναστηρίου Άργους29 (του 4ου αι. και 5ου αι. π.Χ.), είναι πιθανό να συνδέεται η ταφική λατρεία με λατρεία χθονίων θεοτήτων30.
Την εικόνα των χώρων λατρείας συμπληρώνουν οι αποθέτες31, που συνήθως περιέχουν μεγάλο αριθμό ευρημάτων. Η μορφή τους ποικίλλει. Άλλοτε είναι κτιστοί και άλλοτε απλοί λάκκοι, στρογγυλοί ή επιμήκεις, αποκαλύπτονται σε θέσεις που περικλείουν οικιστικά λείψανα και διασώζουν αντικείμενα λατρείας στα σπίτια32 και τις συνοικίες της πόλης33. Έχουν αποκαλυφθεί σε αρκετές περιοχές γύρω από την Αγορά, στις παρυφές των λόφων, κοντά σε δρόμους ή σε περιοχές με τάφους.
Μια άλλη κατηγορία ιερών έχουν βρεθεί στην ύπαιθρο, σε μικρούς οικισμούς ή χωριά, στις «κώμες»34 σε περιοχές που κατοικούσαν γεωργοί, καλλιεργητές γης, και χαρακτηρίζονται ως αγροτικά ιερά35. Βρέθηκαν κοντά σε αρχαίους δρόμους, που οδηγούσαν από το Άστυ36 προς την πεδιάδα. Αυτά τα ιερά κατασκευάστηκαν σε τοπογραφικές θέσεις, που απέχουν από 5-8 χλμ., από το Άργος ή και σε μακρινές αποστάσεις από κατοικημένες περιοχές .
Σε αυτό το τοπογραφικό και το ιστορικό πλαίσιο θα πρέπει να εντάσσουμε τα ανασκαφικά δεδομένα, χωρίς να αγνοούμε τις μυθολογικές παραδόσεις, από τονν ‘Ιναχο μέχρι την Τελέσιλλα, που μερικές φορές συμπληρώνουν τα κενά της ιστορικής πληροφόρησης.
4.Ένας νέος χώρος λατρείας.
Στο τέλος της δεκαετίας του 9037, σε σωστική ανασκαφή που διενεργήθηκε στο ΝΑ τμήμα της σύγχρονης πόλης στην οδό Παπανικολάου, πάροδο της οδού Αγ. Κωσταντίνου, σε απόσταση 700μ από το κέντρο της Αγοράς, αποκαλύφτηκαν αρχιτεκτονικά λείψανα και μεγάλος αριθμός ευρημάτων, που παρέχουν πληροφορίες ενός νέου χώρου λατρείας. Το οικόπεδο ιδιοκτησίας Γ. Ρέμπελου είναι όμορο του οικοπέδου ιδιοκτησίας Β. Καλατζή38, στο οποίο είχε διενεργηθεί ανασκαφή μία δεκαετία πριν. Τα ανασκαφικά δεδομένα και στα δύο οικόπεδα ανήκουν σε ένα σύνολο που παρέχει πολύτιμες πληροφορίες για την άσκηση λατρείας και τις ταφικές πρακτικές στην αρχαία πόλη του Άργους.(σχέδιο 1)
Σύμφωνα με τα ανασκαφικά δεδομένα, σε ακτίνα 50μ. γύρω από τη θέση της ανασκαφής έχουν αποκαλυφθεί:
- προς Ν., τμήμα κλιβάνου, τμήμα πλινθόκτιστου κτιρίου- πιθανώς Γεωμετρικών χρόνων- καθώς και τάφοι Ελληνιστικών και Ρωμαϊκών χρόνων39
- προς Δ., αποκαλύφτηκαν τάφοι από τη Γεωμετρική περίοδο μέχρι τους Ρωμαϊκούς χρόνους, παρόδιοι ενός αρχαίου δρόμου με κατεύθυνση από ΝΑ-ΒΔ, που διέρχεται κάτω από τον άξονα του Αγ. Κων/νου40
- προς ΝΔ., αποκαλύφτηκαν κτίρια των πρώιμων Ελληνιστικών χρόνων, αποθέτης αρχαϊκών χρόνων41,
- προς Β., σε δύο όμορα οικόπεδα έχουν αποκαλυφτεί τάφοι Γεωμετρικών και Ελληνιστικών χρόνων,
- βορειότερα, Αγ. Κων/νου και Καποδιστρίου, λείψανα οικιών Ρωμαϊκών χρόνων και τάφοι Ελληνιστικών χρόνων και
- η ευρύτερη περιοχή προς τα Ανατολικά έχει αποκλειστικά ταφική χρήση.
Τα αρχιτεκτονικά λείψανα και τα ευρήματα εκτείνονται χρονολογικά από το τέλος της Γεωμετρικής εποχής (8ουαι. π.Χ.) μέχρι τους ύστερους ρωμαϊκούς χρόνους (4ος/5ος αι. μ.Χ.), ενώ έχουν διασωθεί αποσπασματικά λείψανα από τους βυζαντινούς μέχρι τους μεταγενέστερους χρόνους (Ενετική περίοδο).
Στο πρώτο οικόπεδο (ιδιοκτ. Β. Καλατζή) αποκαλύφτηκε μεγάλος αριθμός ειδωλίων-περίπου 500- αφιερωματικά αγγεία, λυχνάρια, αγνύθες, πηνία, σφοντύλια, αλλά και τμήματα μεγάλων αγγείων από κρατήρες και πιθάρια42. Τα ευρήματα βρέθηκαν μέσα σε λάκκους απόθεσης, που είχαν προσεκτικά καλυφθεί με παχύ πηλόχωμα. Βρέθηκαν επίσης αρχιτεκτονικά μέλη, όπως τμήμα σιμής και μία ανθεμωτή ακροκέραμος, που υποδηλώνουν την ύπαρξη στεγασμένου κτιρίου του 5ου αι. π.Χ.
Το σύνολο των ανασκαφικών δεδομένων, δηλαδή ο αριθμός, η ποικιλία και η τυπολογία των ευρημάτων οδήγησε στο συμπέρασμα ότι η θέση ήταν χώρος έκφρασης λατρείας των κατοίκων του Άργους, κατά τον 6ο και 5ο αι. π.Χ., και όχι χώρος εργαστηρίου. Η αποσπασματική διατήρηση ενός φρέατος καθώς και αρχιτεκτονικών λειψάνων στο δυτικό τμήμα της ανασκαφής έδειχναν ότι συνεχίζονταν στο όμορο προς τα δυτικά οικόπεδο. Η έναρξη και η συνέχεια της ανασκαφής επιβεβαίωσαν τις υποθέσεις.
Η ανασκαφή στο δεύτερο οικόπεδο διενεργήθηκε το β’εξάμηνο του 1998, κατά διαστήματα το 1999 και ολοκληρώθηκε το 200043. Το οικόπεδο είχε επιφάνεια 172 τ.μ. με προσανατολισμό ΒΔ-ΝΑ. Διαμορφώθηκαν έξι (6) τομές με διαστάσεις 3X3, με διαχωριστικούς διαδρόμους 1μ. (σχέδιο 2, σχέδιο 3)
Στο κεντρικό τμήμα του οικοπέδου αποκαλύφτηκε υπαίθριος χώρος, που ορίζεται από τους τοίχους Τ4 και Τ6, Α-Δ και τον Τ3, προς Νότο. Οι τοίχοι, από αδρά κατεργασμένες ασβεστόπετρες, αποκαλύφτηκαν σε βάθος 1,53/ 1,57μ. από την επιφάνεια. Το δάπεδο του, σε βάθος 1,80/ 1,83μ. καλυπτόταν από μικρά χαλίκια σε υπόστρωμα από σκληρό πηλόχωμα.
Στα ανατολικά του υπαίθριου χώρου συντάχτηκε μικρό ορθογώνιο κτίσμα, το οποίο χαρακτηρίστηκε Χώρος Α. Από το κτίριο διασώθηκε η δυτική μεγάλη πλευρά Τ4, από ορθογώνιες αδρά κατεργασμένες ασβεστόπετρες και τμήμα του βόρειου τοίχου Τ6. Στα ΝΑ του αποκαλύφτηκε τμήμα ενός δωματίου, που ορίζεται από τους τοίχους Τ1 και Τ2. Το δάπεδο του, σε βάθος 1,74μ., καλυπτόταν από σκληρό πηλόχωμα.
Στα δυτικά του αύλειου χώρου, ο χώρος που αποκαλύφτηκε χαρακτηρίστηκε Χώρος Β. Στα δυτικά του Τ6 αποκαλύφτηκε ο παράλληλος τοίχος Τ7. Οι δύο τοίχοι δημιουργούσαν μία αύλακα, που καλυπτόταν από ποταμίσιες πέτρες. Δυτικότερα αποκαλύφτηκαν τοίχοι αρχαϊκών και κλασικών χρόνων, που εκτείνονται στο όμορο οικόπεδο44.
Η επιφάνεια του Χώρου Α, καλυπτόταν από παχύ πηλόχωμα (πάχους 5 εκ.). Με την αφαίρεση του αποκαλύφτηκαν ευρήματα, πακτωμένα στο πηλόχωμα: ειδώλια, και μικρά αφιερωματικά αγγεία- κυρίως αβαθή φιαλίδια. Το στρώμα περιείχε ίχνη καύσης οργανικών υλών και οστά. Ακολούθησε βαθύτερα, δεύτερη στρώση με πηλόχωμα και κάτω από αυτό, στρώμα με ανάλογα ευρήματα. Τα ειδώλια ήταν ανθρωπόμορφα45 και ομοιώματα ζώων46. Παρίσταναν ένθρονες γυναικείες μορφές (φωτ.1), αλλά και ζώα, κριούς, σκύλους και ελάφια. Κανένα από τα ειδώλια δεν βρέθηκε ακέραιο. Οι ένθρονες γυναικείες μορφές47 έφεραν πλούσια πλαστική διακόσμηση, περιδέραια με ρόδια στο λαιμό, λουλούδια και καρπούς στα δεξιά του κορμού και διέσωζαν επίθετο κόκκινο χρώμα πάνω στο λευκό επίχρισμα του πηλού. Τα ομοιώματα αστεριών ή τα τετράφυλλα λουλούδια48 μπορεί να προέρχονται από τη διακόσμηση του ώμου, χρησιμοποιημένα σαν περόνες. Άλλα ειδώλια ήταν πτηνόσχημα και άλλα είχαν κεφαλή από μήτρα με πλαστική διακόσμηση στα ενώτια, τη στεφάνη, τον πόλο ή τον πέπλο 49 (φωτ.2).Ο πηλός των ειδωλίων ποικίλλει. Από εδαφόχρωμος, ωχροκίτρινος, κοκκινωπός, με γκρίζο πυρήνα. Με τον ίδιο πηλό έχουν κατασκευαστεί και τα μικρά αφιερωματικά αγγεία.
Στο εσωτερικό του Χώρου Α, σε βάθος 1,90 μ., βρέθηκε χτιστός αποθέτης, ημικυκλικού σχήματος, που περιείχε τμήματα από αγγεία πόσεως, κρατήρες50(φωτ.3) και σκύφους και καμένα οργανικά υλικά. Σε βάθος 2,35μ, εξαντλήθηκαν τα στρώματα με το πηλόχωμα. Ακολούθησε στρώμα με σποραδικά ίχνη καύσης μέχρι 2,55μ. Το επόμενο στρώμα από μαλακό χώμα εντοπίστηκε ΒΑ και ΝΔ του Χώρου Α και περιείχε τμήματα πρωτοκορινθιακών αγγείων και μονόχρωμων αργειακών αγγείων51.
Ανατολικά του Χώρου Α, στο ίδιο βάθος με τον πρώτο αποθέτη, βρέθηκε δεύτερος αποθέτης κυκλικού σχήματος, με διάμετρο 1μ. Από το εσωτερικό του προέρχονται ειδώλια ασπιδοφόρων ιππέων52 (φωτ.4), λυχνάρια53 -το σύνολο των λυχναριών, που βρέθηκαν στην ανασκαφή, χρονολογούνται από την κλασική περίοδο μέχρι τους ύστερους Ρωμαϊκούς χρόνους, δηλ. από τον 4ο αι. π.Χ, μέχρι τον 4ο αι. μ.Χ.- ανοιχτά αγγεία (πιθάρια, λεκάνες) και ίχνη καύσης.
Στο χώρο Β, μετά την αφαίρεση της κάλυψης της αύλακας, βρέθηκαν τμήματα αρχαϊκών αγγείων, καμένα οργανικά υλικά και οστά ζώων, που προέρχονται από πρόβατα και αίγες. Ακολούθησε δεύτερη στρώση με ποταμίσιες πέτρες, που κάλυπτε τμήματα γραπτών υστερο-γεωμετρικών αγγείων54, ίχνη καύσης και οστά ζώων, που προέρχονται από χοίρους και βοοειδή55. Νότια της αύλακος εντοπίστηκε σε βάθος 1,90μ. λάκκος κυκλικού σχήματος, ποΥ καλυπτόταν από πέτρες. Ελέγχθηκε μέχρι 3μ. βάθος. Από το εσωτερικό του, προέρχονται αγγεία, ίχνη καύσης και οστά ζώων. Φαίνεται ότι η αύλακα ήταν βόθρος απόρριψης υλικού, που χρησιμοποιήθηκε σε θυσίες. Ανάλογα ευρήματα, εντοπίστηκαν στο μέσον της δυτικής πλευράς του κεντρικού υπαίθριου Χώρου σε βάθος 2,02/2,20μ. Συγκεκριμένα, σποραδικές πέτρες, πακτωμένες σε πηλόχωμα, κάλυπταν χώρο απόθεσης σε ημικυκλική διάταξη, που περιείχαν ύστερο-γεωμετρικά και αρχαϊκά αγγεία και ίχνη καύσης. Ανάλογη απόθεση βρέθηκε και στο πρώτο οικόπεδο σε απόσταση 9μ.
Στο μέσον του νότιου τμήματος του κεντρικού υπαίθριου χώρου (σε βάθος 2,12μ) διαπιστώθηκε ένα πεταλόσχημο έξαρμα, από σκληρό πηλόχωμα, στο κέ ντρο του οποίου (β. 2,42) εντοπίστηκε βωμός, κωνικού σχήματος (διαμ. 80 εκ. και βάθος 30 εκ.), που περιείχε ίχνη καύσης, ειδώλια και μικρά αφιερωματικά αγγεία. Ανατολικά του βωμού, στην εξωτερική πλευρά του Χώρου Α, σε βάθος 2,33μ., αποκαλύφτηκε αποθέτης προσφορών σε επιμήκη λάκκο (Μ 1,26μ. και πλάτος 36/40 εκ.), που περιείχε τριάντα ευρήματα. Σε βάθος 2,04-2,33μ, σε ιδιαίτερο λάκκο (με διάμετρο 45/65εκ.), νότια και εξωτερικά του αποθέτη του βωμού, διαπιστώθηκαν μόνο έντονα ίχνη καύσης οργανικών υλικών. Ο βωμός θεωρείται το πιο σημαντικό στοιχείο από τα λατρευτικά. Η καύση θεωρείται χαρακτηριστικό ειδικής κατηγορίας θυσίας προς τους χθόνιους θεούς και αποτελεί έκφραση της συνέχειας του ιερού και της κοινότητας. Ειδικές ουσίες θυμιάματος, λίβανος και μύρος, είναι γνωστές από την αρχαϊκή περίοδο (7ος αι. π.Χ.)56
Στο ΒΑ τομέα, βρέθηκε τμήμα τοίχου (Τ12), από μεγάλες ασβεστόπετρες, με κατεύθυνση από ΒΑ-ΝΔ, που αποτελεί τον περίβολο του λατρευτικού χώρου, αλλά δεν διασώθηκε σε όλο το μήκος του. Ένα δεύτερο τμήμα του περιβόλου εντοπίστηκε στο μέσον της Δυτικής πλευράς της ανασκαφής, όπου αποκαλύφτηκε ένας ογκώδης ασβεστόλιθος, πλαισιωμένος από μικρότερες πέτρες. Γύρω τους βρέθηκαν ευρήματα αρχαϊκών χρόνων, ειδώλια, λύχνοι και αγγεία. Στα ΝΑ του Χώρου Α, ο Τ2, έχει παράλληλη διάταξη με τον Τ12 στα ΒΑ, και αποτελεί το νότιο τμήμα του περιβόλου. Και οι δύο τοίχοι φέρουν στην εξωτερική όψη, επένδυση από λεπτές λιθόπλακες, που δίνουν την εντύπωση πολυγωνικής τοιχοποιίας.
Εσωτερικά του περιβόλου, στα ΒΑ, νοτίως του Τ12, ο χώρος είχε ταφική χρήση. Χρησιμοποιήθηκε για ταφές νηπίων, σε δύο αγγεία (εκχυτρισμοί): α) σε β. 2,22/ 2,40μ.) σε σφαιρικό αγγείο (του 6ου αι. π.Χ.),- που βρέθηκε ανεστραμμένο στο στόμιο άλλου αγγείου- συνελέγησαν τα οστά ενός νηπίου τεσσάρων χρόνων, β) σε βάθος 2,43/2,60μ., σε κρατήρα ύστερο-γεωμετρικών χρόνων (του 8ου αι.π.Χ) περισυνελέγησαν τα οστά ενός νηπίου 1-2 ετών και ενός προ-νηπίου 2-3 μηνών57.
Εξωτερικά του περιβόλου, στα ΒΑ, βορείως του Τ12, ο χώρος είχε, επίσης, ταφική χρήση. Σε επιμήκη λάκκο, με προσανατολισμό από Α-Δ, αναγνωρίστηκε σε βάθος 2,28 / 2,38μ. η ταφή ενός ίππου στα ανατολικά και σε βάθος 2,43/2,63μ. η ταφή ενός ενηλίκου με τον σκύλο του58 στα δυτικά. Οι ταφές έγιναν σε στρώμα αρχαϊκών χρόνων (6ος αι. π.Χ.) σε βάθος 2,42μ.
Στα ΝΑ του Χώρου Α, ο χώρος είχε επίσης, ταφική χρήση. Αποκαλύφτηκε τύμβος, που κάλυπτε ένα κιβωτιόσχημο τάφο, Γεωμετρικών χρόνων (διαστάσεις 1,40 Χ 0,75μ.).
Για την κατασκευή του τύμβου είχαν χρησιμοποιηθεί ποταμίσιες πέτρες, όπως και για την κατασκευή του τάφου. Είναι η δεύτερη φορά που αποκαλύπτεται τύμβος Γεωμετρικών χρόνων στο Άργος, μετά την ανασκαφή στο Εθνικό Γυμναστήριο59. Στο βόρειο τμήμα του τύμβου, αποκαλύφτηκε διπλός περίβολος με απόσταση 50εκ. (β.2,40 / 2,68μ.). Ανατολικά του τύμβου, βρέθηκε ως κτέρισμα, ένας υστερο-γεωμετρικός κρατήρας60 (χρονολογείται, γύρω στο 725 π.Χ.), και δυτικά σε γεωμετρικές επιχώσεις, βρέθηκε χάλκινος δακτύλιος. Το Ν. τμήμα του τύμβου ακουμπούσε στον Τ2 του περιβόλου του ιερού χώρου.
Στα ΒΑ του τύμβου, βρέθηκε ημικυκλική κατασκευή (με διάμετρο 95εκ. και πλάτος 45 / 33εκ.) από κατεργασμένους ασβεστόλιθους, σε τρεις σειρές, ενώ στο κατώτερο τμήμα της ποταμίσιες πέτρες, που προφανώς είχαν αφαιρεθεί από τον τύμβο. Ανάμεσα στους ασβεστόλιθους, σε στρώμα έντονης πύρας, βρέθηκαν ειδώλια, καμένα οργανικά υλικά και οστά (β.1,48 / 1,68μ.). Στο κατώτερο επίπεδο της κατασκευής (β. 1,80/ 2,55μ.), βρέθηκαν τμήματα από πιθάρια και λεκάνες (6ου και 5ου αι. π.Χ.). Η κατασκευή από τα ευρήματα που περιείχε αναγνωρίζεται ως χώρος απόθεσης.
Δύο άλλοι αποθέτες, βρέθηκαν στο ΝΑ τομέα της ανασκαφής και περιείχαν ανάλογα ευρύματα.
Ειδώλια, αγνύθες, πηνία (φωτ.5), ίχνη καύσης και οστά.
Παρά το γεγονός ότι η μελέτη της ανασκαφής βρίσκεται σε προκαταρκτικό στάδιο, μπορούν να διατυπωθούν ορισμένες παρατηρήσεις και συμπεράσματα. Η ολοκλήρωση της μελέτης είναι πιθανό να τροποποιήσει τα τελικά συμπεράσματα.
- Τα αρχιτεκτονικά λείψανα και τα ευρήματα, υποδεικνύουν ένα ιερό χώρο, στον οποίο οι κάτοικοι της Αρχαίας πόλης εκφράζουν λατρευτικές εκδηλώσεις, κατά τον 6ο και 5ο αι. π.Χ., και αφιερώνουν μεγάλο αριθμό αφιερωμάτων, όπως και σε άλλους χώρους λατρείας που έχουν αποκαλυφτεί στο Άστυ και στην περιφέρεια61, όπως πρόσφατα στο Μπερμπάτι. Τα ευρήματα στο μεγαλύτερο ποσοστό τους, προέρχονται από τα τοπικά εργαστήρια. Τα ειδώλια προέρχονται αποκλειστικά από τα τοπικά εργαστήρια. Η ποιότητα τους τα κατατάσσει στην πρώτη γραμμή της κοροπλαστικής και αποτελούν ισχυρή απήχηση της εξέχουσας γλυπτικής παράδοσης, της Αργείας Σχολής, του Πολυκλείτου. Στα αγγεία της ανασκαφής, εκτός από τα τοπικά, συγκαταλέγονται και αγγεία που είναι εισηγμένα από την Αττική και την Κόρινθο62, γεγονός που ερμηνεύεται από τις σχέσεις που διατηρούσε το Άργος με τις αντίστοιχες περιοχές, κατά την αρχαϊκή και κλασική εποχή.
- Στον 8ο αι. π.Χ., ανάγεται η κατασκευή του τύμβου, που κάλυψε τον κιβωτιόσχημο τάφο. Είναι η δεύτερη φορά που αποκαλύπτεται γεωμετρικός τύμβος στο Άργος, και είναι πιθανό ο τάφος να ανήκει σε εξέχοντα και όχι σε κοινό νεκρό. Η τέλεση εναγισμών και οι τελετουργικές δραστηριότητες, που τεκμηριώνονται ανασκαφικά (με την απόθεση ευρημάτων σε στρώμα πύρας63, στο κεντρικό-δυτικό τμήμα του υπαίθριου χώρου, με το βόθρο απόρριψης στο δυτικό τομέα, που περιείχε οστά από χοίρους και βοοειδή και τον κυκλικό λάκκο, στον οποίο κατέληγαν οι υγρές προσφορές, που οι αρχαίοι θεωρούσαν ότι αποτελούσε το πέρασμα προς τον Άδη), υποδηλώνουν θρησκευτικές πρακτικές στη μνήμη του θνητού.
- Η ανεύρεση του πρώτου Γεωμετρικού τύμβου στην περιοχή του γηπέδου, σε περιοχή που βρισκόταν έξω από τα τείχη της αρχαίας πόλης, πιθανώς να επιτρέπει ορισμένους συσχετισμούς.
- Η συνέχιση των τελετουργικών δραστηριοτήτων και στην αρχαϊκή περίοδο (7ος-6ος αι. π.Χ.), πιθανόν δείχνει τη μετάβαση από τον ταφικό, στο λατρευ τικό χώρο. Ο σχηματισμός του βωμού σε στρώμα τέφρας από την συσσώρευση της στάχτης των θυσιών και η δημιουργία του περιβόλου οριοθετούν τη μετάβαση από την υπαίθρια λατρεία στη λατρεία σε στεγασμένο χώρο.
- Η ταφική χρήση του ιερού χώρου, για τις ταφές των παιδιών, μέσα στις συγκεκριμένες κοινωνικές συνθήκες της περιόδου, ερμηνεύει το σεβασμό των κατοίκων για την απώλεια των μικρών παιδιών, που δεν πρόλαβαν να ενηλικι ωθούν και να ενταχθούν στο κοινωνικό σώμα ως πολίτες. Την ανάμνηση τους σε άλλες περιπτώσεις διασώζουν με την τοποθέτηση ομοιωμάτων επιτύμβιων στηλών, που βρέθηκαν στον αποθέτη στο Σύνορο64, ή ομοιωμάτων παιχνιδιών, που βρέθηκαν στο Εθνικό Γυμναστήριο.
- Ο κύριος χώρος της λατρείας την αρχαϊκή περίοδο (6ος αι. π.Χ.), ασκείται στο μικρό ορθογώνιο κτίσμα – Χώρος Α- στο οποίο τα πήλινα ειδώλια είναι τα μεγαλύτερα και τα πλέον περίτεχνα από τον μεγάλο αριθμό της ανασκαφής και είναι ανάλογα με τα αφιερώματα του Ηραίου του Άργους, της Τίρυνθας, του Αγαμεμνόνειου των Μυκηνών65 και του Ηραίου της Περαχώρας (της Κορίνθου). Ανάλογα ευρήματα προέρχονται από τα ιερά των Ακροπόλεων του Άργους, τα αστικά και αγροτικά ιερά (Σπηλιωτάκι, Κεφαλάρι, Κουρτάκι), τους αποθέτες και τους τάφους καθώς και στο ιερό του Απόλλωνα Μαλεάτα της Επιδαύρου.
- Ορισμένοι τύποι ειδωλίων, όπως ο αυλητής που παίζει δίαυλο, ο χορευτής που προέρχεται από ένα σύμπλεγμα ιερού χορού, ο γυμνός έφηβος με την λύρα και το στεφάνι, το ομοίωμα δίσκου με πόπανα – δηλ. ψωμιά, που τεκμηριώνουν τη συμμετοχή σε τελετουργίες και μπορούν να συμβάλλουν στον προσδιορισμό της θεότητας που λατρεύεται.
- Τα κύρια χαρακτηριστικά της θεότητας, που λατρεύεται, σχετίζονται με γυναικεία θεότητα που προστατεύει τη γονιμότητα της γης, την οποία συμβολίζουν τα ρόδια – που διακοσμούν τα περιδέραια των ένθρονων γυναικείων μορφών, τη βλάστηση
- - που συμβολίζουν τα λουλούδια και οι καρποί, που διακοσμούν τους θρόνους, την προστασία και τη γονιμότητα των ζώων
- - που συμβολίζουν τα ειδώλια των αιγοπροβάτων και των βοοειδών.
Πρόσθετα χαρακτηριστικά παρέχουν τα ειδώλια των κρανοφόρων και ασπιδοφόρων ιππέων, που υποδηλώνουν την προστασία της θεότητας στην κοινωνική τάξη των ιππέων, που εξασφάλιζαν την άμυνα της πόλης και προσδίδουν δεύτερη υπόσταση στη λατρευόμενη θεότητα.
Αυτές οι ιδιότητες της γυναικείας θεότητας με διπλή υπόσταση μπορεί να υποδεικνύουν τη θεά ‘Ηρα, που στο Άργος λατρευόταν και ως Ανθεία. Επιπλέον αποτελούσε το αρχέτυπο του γάμου και της συζύγου. Με τη λατρεία της συνδέονται τελετουργίες του γάμου, που συνοδεύονταν με τον ιερό χορό και την μουσική.
Η μουσική είχε καίρια σημασία σε πολλές δημόσιες και ιδιωτικές εκδηλώσεις66. Οι νέοι ασκούνταν στην παλαίστρα υπό τους ήχους αυλού και τα μικρά παιδιά τα ψυχαγωγούσαν με τους φορμίσκους- δηλ. τις κουδουνίστρες, που ήταν μικρά αγγεία που είχαν οπές και στο εσωτερικό τους ένα πετραδάκι. Η μουσική ήταν απαραίτητη στα συμπόσια, όπου έπαιζαν λύρα ή κιθάρα και στον <κώμο>, μετά το συμπόσιο, όταν οι συμποσιαστές σχημάτιζαν μια παρέα και ξεχύνονταν στους δρόμους τραγουδώντας και χορεύοντας υπό τους ήχους αυλού. Συνόδευε, επίσης, ορισμένες αγροτικές δουλειές, όπως τον τρύγο και τέλος συνόδευε το θρήνο για τον θάνατο των προσφιλών προσώπων.
Τέλος, όπως προκύπτει από την μελέτη της κεραμικής και του μεγάλου αριθμού των ευρημάτων της ανασκαφής που συνεχίζεται, στα κατώτερα στρώματα της ανασκαφής αποδεικνύεται χρήση του χώρου σε όλες τις περιόδους της Εποχής του Χαλκού. Αυτό το γεγονός διευρύνει τον χρονικό ορίζοντα της ανασκαφής και ελπίζουμε η συνέχεια και η ολοκλήρωση της μελέτης, να συμβάλλει στην πληρέστερη κατανόηση χρήσης του χώρου.
1.Η πρώτη παρουσίαση της ανασκαφής έγινε στο Διεθνές Συνέδριο που διοργανώθηκε από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή σε συνεργασία με την Δ’ ΕΠΚΑ Ναυπλίου το Σεπτέμβρη 2003 στην Αθήνα με τον τίτλο Sur les pas de W.Vollfraff. 100 ans d’activites archeologique a Argos με τη συμπλήρωση 100 χρόνων από την α’ ανασκαφή του W.VOLLFRAD,100 (Τα πρακτικά τελούν υπό εκτύπωση).
Η αποτύπωση της ανασκαφής έγινε από τον σχεδιαστή της Δ’ ΕΠΚΑ κ. Γεράσιμο Ρασσιά και η τελική σχεδίαση από την κ. Γαρουφαλιά Καλκανάκου. Η συντήρηση των ευρημάτων από τους συντηρητές της Εφορείας κ.κ. θ. Κούσουλα, Β. Κοντό και Β. Καλαντζίδη. Προς όλους οφείλονται ευχαριστίες, όπως και στον Βαγγέλη Γιανόπουλο και τους αγαπητούς Αρχαιοφύλακες του Μουσείου Άργους. Ευχαριστίες οφείλονται προς τις συναδέλφους Ε. Σπαθάρη- Προϊσταμένη τότε της Εφορείας-, την Ε.Σαρρή και την Ζ. Ασλαματζίδου, Προϊσταμένη της Εφορείας, για τη βοήθεια τους στα στάδια της ανασκαφής και μελέτης των ευρημάτων.
Τέλος, θερμές ευχαριστίες οφείλω στις αγαπητές συναδέλφους της Εφορείας Παλαιοανθρωπολογίας – Σπηλαιολογίας Ν. Ελλάδος -στην οποία εργάζομαι τα τελευταία χρόνια- την Προϊσταμένη Δρα Σ. Σαμαρτζίδου-Ορκοπούλου, τη Δρα κ. Κ. Τρανταλίδου και τη Δρα κ Ε. Στραβοπόδη, για τις αναλύσεις του οστεολογικού υλικού, των ζώων και των παιδικών ταφών αντίστοιχα, και βέβαια τον συντηρητή Π.Πολυδωρότιουλο, για τη συντήρηση αυτών των ευρημάτων.
2. W.Burkert: Αρχαία Ελληνική θρησκεία, Αρχαϊκή και Κλασική Εποχή, Ελλ. μετάφρ Ν.Μπεζαντάκος- Α. Αβαγιανού, Αθήνα-1993, σ. 35-38.
3. F.de Polignac:La naissance de la cite gregue: Cultes, espαse et sosiete, VII°VΙΙ°° siecles (Paris 1995-Ελλ. Μετάφρ Ν. Κυριαζόπουλος , Μ.Ι.Ε.Τ, Αθήνα 2000) σ 32-34,70-72 και113.
4.J.P.Vernant Myth et religion en Grece ancienne (Ελλ.μετάφ.Μ.Ι. Γιόση, Η θρησκεία στην Αρχαία Ελλάδα, 2000, σ.16-18.
5.C.Kritzas, Aspects de la vie politique et économique d’Argos au Ve siècle avant J.C , POLIDIPSION ARGOS, Actes de la table,Fribourg 1987-M.Piarart,Et Pel BSH Suppl XXI 91992 σ. 231-240. Με τη μελέτη Επιγραφών από το Άργος, αναλύεται ο κοινωνικό-πολιτικός ρόλος του Άργους, μέσα από πρακτικές λατρείας καθώς και το αναπτυγμένο οικονομικό σύστημα.
6.Ευ. Δεϊλάκη, Από το Άργος του 8ου και 7ου αι. π Χ, Πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολής, Grecia, Italia e Sicilia nel’ VII sec.a.C.Atene 15-20 Ottobre 1979. Roma-1984, ASAten LX, XLIV 1984. σ.4-48., R.Hagg: Geometric Sanctuaries in the Argolid, ο.π. σημ.4, POLYDIPSION ARGOS , σ. 9-21.
7. C.Kritzas, o. π., σημ. 4, σ.234 – 237.
8. M.Pierart, Deux notes sur I’ itinéraire de Pausanias, BCH 106 (1982) 139-152.
9. Χ. Πιτερός, Συμβολή στην Αργειακή Τοπογραφία. Χώρος, Οχυρώσεις, Τοπογραφία και προβλήματα, ΑΡΓΟΣ και ΑΡΓΟΛΙΔΑ. Τοπογραφία και Πολεοδομία, Πρακτικά στρογγυλής τράπεζας, Αθήνα- Άργος, 1990, A.Pariant-GTouchais 1994 σ.179-210.
10. ΠΑΥΣΑΝΙΟΥ: Ελλάδος Περιήγηση 18, 4-24. 7 (μετάφρ. Ν. Παπσχατζή, Εκδοτική, Αθήνα, 1989), σ. 151-193.
11. W. Vollgraf, Arx Argorum, Mnemosyne, 56 (1928) σ. 315 πιν VII.VII και IX.
12. Le sanctuaire d1 Apollon Pythéen à Argos (Et Pelop.1,1956), PlAYI. 11,24,1-2., M.F.Billot, Apollon Pythéen et I’Histoire et Myth, Αρχαιογνωσία 6, 1988, σ.
13.Για την ορθή χρήση του Όρου,< ασπίς >, πρβλ. Β.Λαμπρινουδάκης, Προβλήματα περί την αρχαίαν τοπογραφίαν του Άργους, (Αθήνα 1970) σ. 47κ.ε., F.Croissant, BCH 96 (1972) σ. 137-157.
14.ΠΑΥΣ.ΙΙ,19,3.
15.F.Croissant, BCH 92 (1968) σ. 1028. η λατρεία φαίνεται ότι άρχισε στο τέλος του 7ου αι. π.χ.
16.ΠΑΥΣ. II, 22,1., Ευ. Δεϊλάκη, ΑΔ 28 (1973) σ.119.
17.ΒCΗ 102 (1978) σ. 789-790, σημ. 3,
18.Ευ.Λεϊλάκη, ΑΔ 28 (1973) σ.108-109.
19.J. Morreti, L’ implantation du théâtre d’Argos dans un lieu plein des sanctuaires, ΑΡΓΟΣ και ΑΡΓΟΛΙΔΑ, σ. 233-249.
20. A. Pariant: Le Monument Argien des < Sept contre Thèbes >, ο.π. σημ.2 POLYDIPSΙ0N ARGOS, σ. 195-225,Χ. Κριτζάς ΑΔ 28 (1973) σ.132-134, πιν. 117-β, P.Courbin, BCH Suppl. VI (1980), σ. 93-114.
21.ΠΑΥΣ.ΙΙ,20,6.
22. Χ. Κριτζάς, ο.π., σημ. 20, σ. 132, πιν.119α-Β και 121β.
23. P. Courbin, BCH Suppl. VI (1980) σ.93-114.
24.J.Morreti, Θέατρο και Κοινωνία στην Αρχαία Ελλάδα, Ελλ. μετάφρ. Ε. Δημητρακοπούλου, 2004. σ. 52, αναφέρει ότι στο Άργος διεξάγονταν μουσικοί αγώνες, στους αρχαϊκούς χρόνους, όπως και στη Σπάρτη, τη Μεσσήνη και την Αρκαδία
25.ο.π. σημ.3, σ. 63-73.
26.J.Deshayes, Argos. Les fouilles de la Deiras (Et Pelop 4, 1966), 215-219, J.N.Coldstream Hero-cults in the age of Homer, JHS 96 (1976) 8-17.
27.C.Antonaccio, Terraces, Tomps and the Early Argive Herainon, Hesperia 61, 1-4 (1992), σ.84-105
28. ο.π. σημ. 3 και 21, σ. 66.
29.I. Παπαχριστοδούλου, Δύο επιγραφαί εξ Άργους, ΑΑΑ IV, 1 (1971) σ.92-98.
30.Κ. Μπαρακάρη- Γλένη, Οι νεκροπόλεις των Αρχαϊκών και Κλασικών χρόνων, στην Αρχαία πόλη του Άργους. Πρακτικά του Ε’ Διεθνούς Συνεδρίου της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών, Άργος – Ναύπλιο, 6-10 Σεπτ. 1995, Β’, Αθήναι-1998, σ.509-533. Ανάλογη περίπτωση στους τάφους των κλασσικών χρόνων, στο Σύνορο (8 χλμ. ΒΔ του Άργους), σ.522.
31.K.Barakari-Gleni-A.Parient, Argos du Vlle au lle siecle avant J.C.Synthese des donnes archeologiques. Epoque archaique – classique., ο.π. σημ 7, ΑΡΓΟΣ και ΑΡΓΟΛΙΔΑ , σ.,165-175
32.Σε σωστική ανασκαφή στο οικόπεδο Μποζονέλλου, ανατολικά του σύγχρονου νεκροταφείου, βρέθηκαν σε μικρές εστίες με ίχνη φωτιάς, ειδώλια και αφιερωματικά αγγεία
33.Α.Μπανάκα -Δημάκη, Cult places in Argos, Peloponnesian Sanctuaries and cults, 9th International Symposium at the Swedish Institute at Athens 11-13 June 1991, R.Hagg-1994, σ. 107-116.
34.Α. Μπανάκα-Δημάκη, Αργείτικες κώμες, ΑΔ 54 (1999) Μελέτες, σ. 91-102, αναφέρονται περίπου είκοσι γνωστές και προστίθενται δύο νέα ονόματα . Ο Στράβων, Γεωγρ.VIΙΙ, 6 και 11, χαρακτηρίζει την Ασίνη, ως πολίχνη και κώμη.
35.Ευ. Δεϊλάκη, ο.π. σημ. 6, σ.40 και 41, αναφέρει δύο ιερά, το υπαίθριο ιερό, στο δρόμο από το Άργος προς το Κουρτάκι, το οποίο ταύτισε με την λατρεία της Δήμητρας Μυσίας, Παυσ. II, 18,3., και τον αποθέτη ιερού, με το ιερό του Απόλλωνα Σμινθέως, οτο δρόμο από τις Μυκήνες προς το Στεφάνι της Κορινθίας.
36.ΠΑΥΣ. II, 25,10 και II, 15,1. αναφέρει το Φορωνικό Αστυ.
37.ΑΔ 53 (1998) Β1-Χρονικά, σ. 125-128.
38.Η πρώτη παρουσίαση της ανασκαφής έγινε στο 15ο Διεθνές Συνέδριο Κλασικής Αρχαιολογίας στο Άμοτερνταμ, και περιελήφτηκε στα Πρακτικά., K.Barakatri-Gleni, Ei. Peppa-Papaioannou, A new cult place of the Archaic period in Argos. Preceedings of the XVth International Congress of Classical Archaeology, Amsterdam 1998, R.Docter-E.Moorman 1999, σ.62-65
39.Οι πληροφορίες οφείλονται στον συνάδελφο κ. Χ.Πιτερό.
40.ΑΔ46(1991),σ.96.
41.ΑΔ 23 (1968), σ.128.
42.Τα ευρήματα φέρουν αριθμούς καταγραφής, ΜΑ 8374-9073.
43.Από τη συνάδελφο κ. Ε. Σαρρή, ολοκληρώθηκε προσεκτικά η ανασκαφή του βωμού, με προσεκτικό τρόπο, όπως και η περισυλλογή των ειδωλίων από το 3ο δοκιμαστικό πέδιλο, που προηγήθηκε της ανασκαφής. Για τις άλλες δοκιμαστικές εκσκαφικές εργασίες, δεν υπάρχουν αρχαιολογικές πληροφορίες.
44. Στο χώρο που βρίσκεται, ο κινηματογράφος της πόλης
45.Ει.Πέππα -Παπαϊωάννου, Τα πήλινα ειδώλια από το ιερό του Απόλλωνα Μαλεάτα της Επιδαυρίας (Διδακτ. διατριβή, Αθήνα – 1985) σ.88-91, πιν.23-28, ο.π. σημ.38, σ.64, πιν.4 a-b. Ανάλογα ευρήματα από την ανασκαφή του Ηραίου, το Αγαμεμνόμειο στις Μυκήνες και άλλες ανασκαφές του Άργους
46. ίδια ευρήματα από την ανασκαφή Β.Καλατζη ο.π. σημ.38, πιν.5b, από το Αγαμεμνόνειο ΒSA (1953), πιν.23, από το Κουρτάκι, ΑΔ 23 (1968), ΠΙΝ.77Ε,
47.ίδια από το Ηραίο, Ch.Waldstein, The Argive Heraeum II, Boston/N.Y.1905, σ.24-25, εικ.35, πιν 94-95, την Τίρυνθα, A.Fricenaus, Tiryns I, Mains (1912), σ.51-53, πιν.ΙΙΙ από το Άργος BCH 93(1969), σ.993,998,εικ.19
48.Από το Θέατρο Άργους, BCH 112(1998), 170, εικ.4, την Νεμέα, Hesperia 59,4(1990)σ.647, πιν.96
49.Ο.π. σημ.38,42,και 43, σ.64, πιν.4b, οκτώ ειδώλια, από το οικόπεδο Β.Καλατζή.
50.ίδια από ανασκαφές του Άργους και το Κουρτάκι, ΑΔ 19 (1964 ), σ. 121-122,πιν.121 α-β,
51.Ν.Κούρου, Αργίτες, Κορίνθιοι ή Ελευσίνιοι (;), Γύρω από ένα κεραμικό εργαστήριο του τύπου των Αργείτικων μονόχρωμων, Πρακτικά του Γ Διεθνούς Συνεδρίου Πελ/κών Σπουδών, Καλαμάτα-1985, Β’, σ.56-62., κυρίως σ. 56-58.
52.ίδια ευρήματα και από το οικόπεδο Β.Καλατζή, ο.π. σημ. 38,πιν.5a.
53.Α. Βοvon, Lampes d’Argos , Etudes Peloponnesiennes V (Paris, 1996), πιν. 2-105 (β’ μισό του 4ου αι. π.χ.), πιν. 3-148 (α’ μισό του 2ου αι. π.χ.), πιν. 8-335 (α’ μισό του 4ου αι.μ.χ.) πιν.8-344 (αρχή του 4ου αι. μ.χ.), πιν. 9-34 (α’ μισό του 4ου αι. μ.χ).
54.Ευ. Δείλακη, ότι. σημ. 6 και 35, εικ. 8-25, ίδια αγγεία, κρατήρες, σκύφοι, πυξίδες, από τους Τύμβους του Άργους (Διδακτ. διατριβή)
55.Η αναγνώριση και ταξινόμιση, προέρχεται από την μελέτη της Δρος κ. Κ. Τρανταλίδου
56.0.π.σημ.2 ,Burkert, σ.145.
57.Η ανάλυση έγινε από την Δρα κ. Ε.Σταβοπόδη, αρχαιολόγο -ανθρωπολόγο
58.Ο.π. σημ. 42, η ανάλυση έγινε από την Δρα κ. Κ.Τρανταλίδου, αρχαιολόγο- ζωολόγο.
59.Ο.π. σημ. 30, Κ. Μπαρακάρη-Γλένη, Οι Νεκροπόλεις των Αρχαϊκών και Κλασικών χρόνων, σ.521, 529-σχέδ.5.
60. J.N.Coldstream, Geometric Greece (London,l977), σ.140-145, πιν. 46α
61.Ανάλογα ευρήματα οπό τον αρχαϊκό αποθέτη, στον θολωτό Μυκηναϊκό τάφο, στο Μπερμπάτι, που ανέσκαψε το Σουηδικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, το 1994. The Berbati valley project : 1994,B.Wells-G.Ecroth, The excavation by the Tholos tomb, σ.191-201, Opuscula Atheniensia 21:II, 1996.
62.Η ίδια παρατήρηση ισχύει και στα ευρήματα των τάφων της ίδιας περιόδου, Κ. Μπαρακάρη- Γλένη Ανασκαφή τάφων στο Άργος, ΑΔ 39 (1984) Μελέτες, σ.171-204, όπου εκτός των εισηγμένων αγγείων από την Αττική και την Κόρινθο, βρέθηκαν επίσης και άλλο, εισηγμένα από την Βοιωτία και την Σπάρτη, επίσης αττικά από τάφο στην Αγ.Σωτήρα, Ζ Ασλαματζίδου-Κωστούρου, Υστερο-αρχαϊκός τάφος από το Άργος, ΑΔ40(1985), σ.178-193.
63.Κ. Μπαρακάρη-Γλένη, Συμβολή στη μελέτη της Τοπογραφίας του Άργους-Στοιχεία από την ανασκαφή στο οικόπεδο Γ Λεμπετζή., στο υπό διαμόρφωση Αρχαιολογικό πάρκο, ΑΡΓΟΣ και ΑΡΓΟΛΙΔΑ, ο.π. σημ. 9,19, και 31,σ.271-290, τα λείψανα της ανασκαφής ανήκουν σε όλες τις περιόδους κατοίκησης της πόλης. Στα ευρήματα της αρχαϊκής εποχής ανήκουν- τάφος, με 7 αττικά αγγεία στην κάλυψη και τέλεση εναγισμών, πυρά-με 16 αττικά αγγεία, με σκηνές συμποσίου και αθλητικά θέματα και 3 λακωνικά, αποθέτης ιερού-με πολλά και σημαντικά ευρήματα.
64.Κ. Μπαρακάρη- Γλένη, Αποθέτης Κλασικών χρόνων, στο <Σύνορο> Άργους, Η πρώτη παρουσίαση έγινε στο ΣΤ’ Διεθνές Συνέδριο της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών, Τρίπολη -Σεπτ. 2000 Ο αποθέτης περιείχε σημαντικά ευρήματα, που τεκμηριώνουν την άσκηση λατρείας προς την Δήμητρα, τον Πλούτωνα και την Περσεφόνη. Κοντά στον αποθέτη, έχει ανασκαφεί αρχαίο νεκροταφείο, δημόσια οικοδομήματα, βωμός και λείψανα οικισμού. Η περιοχή απέχει 8 χλμ ΒΔ του Άργους, και φαίνεται ότι ήταν μία από τις αρχαίες κώμες του Άργους.
65.Ο κυριότερος λατρευτικός χώρος των Μυκηνών, σε απόσταση 1χλμ. ΝΔ της Ακρόπολης, ανασκάφηκε από την Αγγλική Αρχαιολογική Σχολή, J.M.Cook, The Agamemnoneion ΒSΑ48 (1953) σ.30-68.
66.Πολλές πληροφορίες για το θέμα παρέχουν ευρήματα από το Άργος και άλλες περιοχές της Αργολίδας, από το Σύνορο προέρχεται η επιγραφή που δημοσιευοε ο Χ. Κριτζάς , και αναφέρεται στη λατρεία των Μουσών, Muses Delphique a Argos, BCH Suppl.VI, Etudes Argiennes (Paris,1980),σ.195-209







