Αργος
ΤΑ ΙΧΝΗ ΜΙΑΣ ΠΟΛΕΩΣ ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΕΣΑΙΩΝΑ
(395 – 1464 μ.Χ.)
Γράφει ο Δρ. Βασίλειος Σκουλάτος, ΙστορικόςΗ επίσημη βυζαντινή ιστοριογραφία, τόσο υπό τη μορφή της χρονογραφίας όσο και υπό τη μορφή της καθαρής, κλασικής ιστορικής αφήγησης, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, αγνοεί συστηματικά την περιφέρεια. Έχοντας σχεδόν πάντοτε ως κέντρο την Κωνσταντινούπολη και τον εκάστοτε αυτοκράτορα, με την προσοχή της εστραμμένη στους πολέμους του, στις συμμαχίες του, στους θριάμβους και τις ήττες του, περιθωριοποιεί τη ζωή της επαρχίας . Και η Πελοπόννησος, ως σύνολο, και η πόλη του Άργους, ως μέρος αποτελούν περιφέρεια. Μέχρι το 1204, οπόταν η ροή των γεγονότων φέρει στο προσκήνιο της ιστορίας την Πελοπόννησο, οι επίσημες ιστορικές πηγές όλως παρεμπιπτόντως αναφέρονται σ’ αυτήν . Την τύχη της, σ’ αυτή τη μεταχείριση και σε μείζονα κλίμακα, ακολουθεί και η περιοχή της Αργολίδας. Από τελείως σποραδικές αναφορές σε πηγές ποικίλες θα προσπαθήσουμε να παρακολουθήσουμε, ιχνηλατούντες, την πορεία της πόλεως Άργους, σε άμεση πάντοτε σχέση με την πορεία της Πελοποννήσου, κατά τη μακρά περίοδο του Ελληνικού Μεσαίωνα.
1. Η περίοδος από το 395 έως το 587 μ.Χ.
Για την Πελοπόννησο ως σύνολο η περίοδος αυτή, η οποία αρχίζει, συμβατικά, από τη διαίρεση του Ρωμαϊκού κράτους υπό του Θεοδοσίου και περατούται, κατά προσέγγιση, το τρίτο έτος της βασιλείας του αυτοκράτορος Μαυρικίου (582-602), δεν αποτελεί παρά ένα είδος προεκτάσεως της Ύστερης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Bas empire) . Ήδη από τις αρχές του V αιώνος ο Χριστιανισμός έχει εδραιωθεί στην Πελοπόννησο. Αυτό αποδεικνύεται από το πλήθος των χριστιανικών ναών, οι οποίοι ανεγείρονται κατ’ αυτήν την περίοδο. Σ’ αυτή την οικοδομική έξαρση πρωτοστατεί η πόλη του Άργους. Ήδη στο χώρο της ακροπόλεως υπάρχουν τα ίχνη βασιλικής, η οποία χρονολογείται στις αρχές του V αιώνος και θεωρείται από τις αρχαιότερες της Πελοποννήσου . Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς ιδρύθη η επισκοπή Άργους, η οποία εκκλησιαστικώς υπήγετο στην αρχιεπισκοπή Κορίνθου. Όμως, στη σύνοδο της Χαλκιδόνος του 451 συμμετέχει ήδη ένας επίσκοπος Άργους ονόματι Ονήσιμος . Ακόμη ένας άλλος επίσκοπος Άργους, ο Θαλής, εμφανίζεται ως αποδέκτης επιστολής του αυτοκράτορος Λέοντος Α΄ (457-474) χρονολογούμενη κατά το έτος 457.
Κατά την ίδια περίοδο εκτός από φυσικές καταστροφές, ιδίως σεισμούς, η Πελοπόννησος υπέστη τη δοκιμασία της επιδρομής των Γότθων υπό τον Αλάριχο κατά τα έτη 395-97. Ιδιαιτέρως από την επιδρομή εδεινοπάθησε η πόλη του Άργους. Ο ιστορικός Ζώσιμος, του οποίου το έργο Ιστορία Νέα περατούται κατά το έτος 410, μας λέγει ότι οι Γότθοι, αφού σεβάστηκαν την Αθήνα, εισέβαλαν στην Πελοπόννησο, επυρπόλησαν την Κόρινθο και λεηλάτησαν το Άργος και τη Σπάρτη . Η επιδρομή των Γότθων υπήρξε ισχυρό πλήγμα για το Άργος, αλλά φαίνεται ότι ταχύτατα ανάρρωσε. Αυτό πιστοποιείται από τον οικοδομικό οργασμό που παρατηρείται στην πόλη κατά τα πρώτα έτη του V αιώνος και από την εξέχουσα θέση που κατέχει ο επίσκοπος Άργους στην κλίμακα της εκκλησιαστικής ιεραρχίας . Άλλωστε, ο Συνέκδημος του ‘Ιεροκλέους, ένα είδος γεωγραφικού εγχειριδίου, το οποίο πιθανώς εγράφη κατά τα πρώτα έτη της βασιλείας του Ιουστινιανού και μας παρέχει μια ακριβέστατη εικόνα της Πελοποννήσου, αναφέρει ότι το Άργος ήταν μια ανθούσα πόλη με ιδιαίτερη εμπορική κίνηση.
2. Η περίοδος από το 587 έως το 805 μ.Χ.
Μια σκοτεινή και ταραχώδης περίοδος για ολόκληρη τη Βαλκανική, την Πελοπόννησο και το Άργος ιδιαίτερα. Η εποχή αυτή συμπίπτει με τις μαζικές μετακινήσεις σλαβικών φύλων προς τα νότια της Βαλκανικής . Η Πελοπόννησος ήταν το ακραίο σημείο της προελάσεώς τους. Επί δύο και πλέον αιώνες αποκόπτεται πλήρως από το κέντρο της αυτοκρατορίας και βαθύ σκότος καλύπτει τις τύχες της. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα της συνοδικής επιστολής του πατριάρχου Νικολάου ΙΙΙ (1084-1111) προς τον αυτοκράτορα Αλέξιο Α΄ Κομνηνό (1081-1118) με την ευκαιρία της αναδείξεως της επισκοπής Πατρών σε αρχιεπισκοπή : «’Εν τη καταστροφή των ’Αβάρων (Σλάβων)…’επί διακοσίοις δεκαοκτώ χρόνοις ‘όλοις τήν Πελοπόννησονο καί της Ρωμαϊκής αρχής αποτεμομένων, ως μηδέ πόδα βαλείν όλως δύνασθαι ’εν αυτή Ρωμαίον άνδρα» .
Δεν είναι δυνατόν να υπολογισθούν με επιστημονική ακρίβεια οι δημογραφικές ανακατατάξεις που επέφεραν στην Πελοπόννησο οι σλαβικές επιδρομές. Είναι γνωστές οι υπερβολές του γερμανού ιστορικού Fallmerayer και η συμπερασματική φράση του ότι «ούτε σταγών αίματος ελληνικού δεν έρρεε εις τας φλέβας των σημερινών κατοίκων της Ελλάδος». Ομοίως και ο αντίλογος πλήθους φιλελλήνων και ελλήνων ιστορικών, οι οποίοι με το επιστημονικό τους έργο τις αντέκρουαν . Το βέβαιον είναι ότι η σπάνις των πηγών δεν μας επιτρέπει να σχηματίσουμε και μιαν έστω αμυδρή εικόνα για την τότε επικρατούσα στην Πελοπόννησο κατάσταση. Το Χρονικόν της Μονεμβασίας, το οποίο αποτελεί συμπίλημα παλαιοτέρων αφηγήσεων, που συνενώθηκαν σε ενιαίο σύνολο πιθανώς κατά τον XV αιώνα, γράφει ότι οι «’Άβαροι κατασχόντες τήν Πελοπόννησον διώκησαν ’επί χρόνους σ ι ή (218), μήτε τω Ρωμαίων βασιλεί υποκείμενοι, ’ήγουν από (6083)’έτους του κόσμου κατασκευής ‘όπερ ην ‘έκτον ’έτος της βασιλείας Μαυρικίου μέχρι καί του εξακισχιλιοστού τριακοστού τρισδεκάτου ’έτους, ‘όπερ ην ’έτος δ΄ της βασιλείας Νικηφόρου του παλαιού (805)» . Η μόνη πληροφορία και αυτή άκρως συγκεχυμένη για την πόλη του Άργους σε αυτή τη ζοφερή περίοδο μας τη δίδει πάλι το Χρονικόν της Μονεμβασίας λέγοντας ότι, φοβούμενοι τους Σλάβους «οι ’Αργείοι εν τη νήσω καλουμένη ’Ορόβη…μετώκησαν» .
Μνεία της Πελοποννήσου στις πηγές επανευρίσκουμε το έτος 783, όταν η αυτοκράτειρα Ειρήνη, αθηναϊκής καταγωγής, στέλει εκστρατευτικό σώμα υπό την ηγεσία του στρατηγού Σταυράκιου για να αποκαταστήσει την αυτοκρατορική εξουσία σε ολόκληρο τον Ελλαδικό χώρο . Η Πελοπόννησος σταδιακά επανέρχεται στην αυτοκρατορική εξουσία. Η όλη επιχείρηση τερματίζεται το 805, όταν επί βασιλείας Νικηφόρου Ι (802-811) η επισκοπή Πατρών, μετά την τελική συντριβή των Σλάβων, αναδεικνύεται σε αρχιεπισκοπή . Για να εξασφαλισθεί παγίως η τάξη, ιδρύεται το στρατιωτικό θέμα Πελοποννήσου και προς δημογραφική ενίσχυση του ελληνικού στοιχείου μεταφέρονται προς εγκατάσταση πληθυσμοί από τη Μ.Ασία . Η αναδιοργάνωση της Πελοποννήσου είχε αρχίσει.
3. Η περίοδος από το 805 έως το 1204 μ.Χ.
Η αναδιοργάνωση, θα λέγαμε η αναγέννηση, του Βυζαντίου στην Πελοπόννησο κατά τον IX αιώνα εκδηλώνεται ιδιαίτερα με μια αναζωπύρωση της θρησκευτικής ζωής. Ο εκχριστιανισμός των επήλυδων σλαβικών πληθυσμών συνετέλεσε τα μέγιστα στην αφομοίωση των φύλων αυτών προς το γηγενές ελληνικό στοιχείο. Ο εκχριστιανισμός αυτός άρχισε αμέσως μετά την αποκατάσταση της βυζαντινής κυριαρχίας στην Πελοπόννησο και η προσπάθεια κορυφώθηκε κατά τα έτη της βασιλείας του Βασιλείου Ι (867-886) . Η επιτυχία του όλου εγχειρήματος υπήρξε έργο πλήθους ιερέων και ιεραποστόλων, πολλοί από τους οποίους ανακηρύχθηκαν άγιοι από την εκκλησία δια την αρετήν τους, την πίστη και τον ζήλο τους. Η πόλη του Άργους παίζει πρωτεύοντα ρόλο στην ιεραποστολική αυτή προσπάθεια. Ο επίσκοπος Άργους και Ναυπλίου Άγιος Πέτρος (περίπου 850-922), μια από τις λαμπρότερες εκκλησιαστικές φυσιογνωμίες της θρησκευτικής αναγεννήσεως της Πελοποννήσου κατά τα τέλη του ΙΧ και Χ αιώνα, με τα κηρύγματά του, το φιλανθρωπικό του έργο και τα σχολεία που ίδρυσε , μετέβαλε την επισκοπή του, η οποία προηγουμένως νοσούσε βαρύτατα, σε κυψέλη φιλανθρωπίας και φάρο παιδείας . Μια λαμπρή σειρά ιεραρχών μορφοποιήθηκε και επλάσθη στους κόλπους του Πέτρου. Αναφέρουμε ενδεικτικά τον μετέπειτα επίσκοπο Νικαίας και συγγραφέα του Βίου του Αγίου Πέτρου, Θεόδωρο, ο οποίος καυχάται ότι υπήρξε μαθητής του , τον πρεσβύτερο αδελφό του Αγίου Παύλο, μετέπειτα αρχιεπίσκοπο Κορίνθου , τον διάδοχό του στον επισκοπικό θρόνο του Άργους και ικανό χρήστη του στίχου Ιωάννη και τον λόγιο επίσκοπο Αθηνών Θεοδόσιο . Όμως, προς το τέλος του Χ αιώνα γίνεται αισθητή και στο Άργος η ακτινοβολία του σημαντικότερου ιεραποστόλου αυτής της εποχής, του αρμενικής καταγωγής Αγίου Νίκωνος . Η περιοχή της Αργολίδας, με το πλήθος των εκκλησιών που ανηγέρθησαν σ’ αυτή κατά τους Χ, ΧΙ και ΧΙΙ αιώνες μαρτυρεί περιτράνως τη θρησκευτική, πνευματική και καλλιτεχνική ανάταση η οποία επικρατεί στην περιοχή .
Αλλά συγχρόνως με την πολιτιστική εύδεια, το Άργος ανθεί και οικονομικά. Ο Κων/νος Πορφυρογέννητος (912-959), στο έργο του «Περί Θεμάτων» αναφέρει ότι το θέμα Πελοποννήσου, έκτο στη σειρά ιεραρχήσεως στον Ελλαδικό χώρο, περιλαμβάνει 40 συνολικά πόλεις από τις οποίες, εκτός από την πρωτεύουσα Κόρινθο, οι σπουδαιότερες ήσαν οι εξής 4, η Σικυών, το Άργος, η Σπάρτη και η Πάτρα . Ωσαύτως, η πόλη του Άργους ανήκε στις 12 εξαιρετικά οχυρωμένες θέσεις της Πελοποννήσου . Αλλ’ η οικονομική ακμή του Άργους, κατά την περίοδο που φθάνει μέχρι την πρώτη άλωση (1204), καταδεικνύεται και από ένα επίσημο έγγραφο της εποχής. Σε χρυσόβουλο του αυτοκράτορα Αλεξίου ΙΙΙ (1195-1203), χρονολογούμενο το Νοέμβριο του 1198, το Άργος, μαζί με το Ναύπλιο, την Κόρινθο, την Πάτρα και τη Μεθώνη, ορίζεται ως η πόλη στην οποία οι Βενετοί δύνανται να εγκατασταθούν και να αναπτύξουν ελεύθερα τις εμπορικές τους δραστηριότητες . Το παράδοξο είναι ότι στο Άργος κατά την περίοδο αυτή δεν υπάρχουν Εβραίοι. Ο Βενιαμίν ο Τουδέλας, ο οποίος το έτος 1173 επισκέπτεται τις εβραϊκές κοινότητες της Πελοποννήσου, δεν πηγαίνει στο Άργος και αναφέρει μόνο ότι συνάντησε 50 Εβραίους στην Πάτρα και 300 στην Κόρινθο .
Στις σωζόμενες ομιλίες του Αγίου Πέτρου του Άργους υπάρχουν συνεχείς αναφορές για επιδρομές «αθέων ’Αγαρηνών» και «Σκυθών» . Ομοίως, στον Βίο περιγράφονται επιδρομές «Κρητών». Ο Άγιος εξαγόραζε με πληρωμή λύτρων πολλούς αιχμαλώτους . Φυσικά οι «άθεοι ’Αγαρηνοί» των ομιλιών και ο «Κρήτες» του Βίου είναι οι Σαρακηνοί πειρατές, οι οποίοι με τις συνεχείς επιδρομές τους τρομοκρατούσαν τους πληθυσμούς των παραλίων της Πελοποννήσου. Με τη λέξη «Σκύθες» εννοούνται τα διάφορα σλαβικά φύλα γενικότερα και οι Βούλγαροι ειδικότερα, οι οποίοι από του 894 μέχρι του 896 και κυρίως μεταξύ των ετών 913-924, υπό την ηγεσία του τσάρου Συμεών, επιδίδονται σε συνεχείς επιδρομές και λεηλασίες, που εκτείνονται από τη Θράκη μέχρι την Πελοπόννησο. Εις τον Βίον του Αγίου Πέτρου αναφέρεται ότι σύμφωνα με μια προφητεία του επισκόπου Άργους, η οποία επαληθεύτηκε μετά το θάνατό του, μη κατονομαζόμενοι βάρβαροι κατέλαβαν την Πελοπόννησο και η κατοχή αυτή διήρκεσε τρία έτη . Μέγιστος προβληματισμός έχει προκληθεί μεταξύ των ερευνητών από την αόριστη αυτή μνεία του Βίου. Αυτοί οι Βάρβαροι ήσαν Άραβες, Βούλγαροι ή επαναστατήσαντα σλαβικά φύλα της Πελοποννήσου, τα επονομαζόμενα από τον Κωνσταντίνο τον Πορφυρογέννητο Σκλαβησιάνοι ; Πότε έπρεπε να τοποθετηθεί η άφιξή τους και με ποια άλλα γεγονότα έπρεπε να συσχετισθεί; Οι ερευνητές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι πρόκειται περί Βουλγάρων ατάκτων, οι οποίοι αρχικά αποτελούσαν τμήμα του στρατού του υμεών και είχαν εισχωρήσει στην Πελοπόννησο. Αυτοί, μετά την ειρήνη του Συμεών με τους Βυζαντινούς το 924, δεν επέστρεψαν στη Βουλγαρία αλλά ενωθέντες με τους επαναστατήσαντες Σλαβησιάνους παρέμειναν στην Πελοπόννησο και στη συνέχεια είτε απεχώρησαν οικειοθελώς είτε εκδιώχθηκαν από βυζαντινό εκστρατευτικό σώμα . Στο ίδιο κείμενο του Βίου αναφέρεται ένας φοβερός λοιμός, ο οποίος έπληξε την Αργολίδα και διήρκεσε και αυτός τρία έτη . Οι Βούλγαροι απείλησαν εκ νέου την Πελοπόννησο το 978 επί τσάρου Σαμουήλ, αλλά περιόρισαν τη δράση τους στην περιοχή της Κορίνθου και δεν ενόχλησαν το Άργος . Ο ΧΙ αιώνας είναι για την Πελοπόννησο και το Άργος περίοδος πλήρους ηρεμίας. Όμως, ο ΧΙΙ αιώνας σφραγίζεται από την επιδρομή των Νορμανδών υπό τον Ρογήρο ΙΙ το 1147, την καταστροφή της Κορίνθου και την αιχμαλωσία του πληθυσμού της . Ουδεμία πληροφορία υπάρχει ότι οι Νορμανδοί εισέβαλαν στην Αργολίδα.
Ο θάνατος του αυτοκράτορα Μανουήλ Ι του Κομνηνού (1180), οι δυναστικές έριδες που ακολούθησαν και η έκδηλη ανικανότητα των αυτοκρατόρων της δυναστείας των Αγγέλων αποτελούν τις ουσιαστικές αιτίες για την ανάπτυξη κεντρόφυγων τάσεων στην περιφέρεια της Αυτοκρατορίας . Οι Δυνατοί ανασυντάσσονται και απειλούν την ενότητα του κράτους. Κατά τις παραμονές της Τέταρτης Σταυροφορίας ο ευγενής τυχοδιώκτης από το Ναύπλιο Λέων Σγουρός επιχειρεί να ανεξαρτητοποιηθεί πλήρως από την Κωνσταντινούπολη. Αφού κατόρθωσε να επιβάλει ένα είδος τυραννίας στο Ναύπλιο, καταλαμβάνει χωρίς καμία αντίσταση το Άργος , με το οποίο τον χώριζαν παλαιές διαφορές, και στη συνέχεια βαδίζει εναντίον της Κορίνθου . Εκεί δολοφονεί με φρικώδη τρόπο τον μητροπολίτη Νικόλαο, που προσπάθησε να του αντισταθεί . Η άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Φράγκους (12-4-1204) βρίσκει τον Σγουρό να πολιορκεί την Αθήνα, την οποία υπερασπιζόταν ο λόγιος μητροπολίτης της Μιχαήλ Χωνιάτης, αδελφός του ιστορικού Νικήτα . Αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, ο Λέων Σγουρός προκαλεί το ενδιαφέρον της επίσημης βυζαντινής ιστοριογραφίας . Η Πελοπόννησος και η πόλη του Άργους, εξ αιτίας του έρχονται, γεγονός σπανιότατο, στο προσκήνιο. Ο ιστορικός Νικήτας Χωνιάτης, αναφερόμενος στην κατάληψη του Άργους από τον Σγουρό ονομάζει την πόλη «ιππόβοτον» , επίθετο ομηρικό που δηλώνει ευφορία και πλούτο. Συγχρόνως το Χρονικόν του Μορέως προσφέρει μια ειδυλλιακή εικόνα του τοπίου.
«Τό κάστρον κοίτεται εις βουνί, πολλά ένι αφιερωμένον, η δέ του Άργου της πόλεως η χώρα η μεγάλη μέσα εις τόν κάμπον κοίτεται ως τέντα απλωμένη» .
4. Η περίοδος από το 1204 έως το 1464 μ.Χ.
Η άλωση της Κωνσταντινουπόλεως και η ανακήρυξη του Βαλδουίνου της Φλάνδρας ως πρώτου λατίνου αυτοκράτορα (15-5-1204) είχε ως άμεσο αποτέλεσμα το διαμελισμό της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και τη δημιουργία, στα εδάφη της, μικρών φραγκικών κρατών. Στην ουσία επρόκειτο περί πιστής εφαρμογής του φεουδαρχικού συστήματος, και μάλιστα του γαλλικού προτύπου, στα κατακτηθέντα εδάφη. Ένα από τα σπουδαιότερα αυτά κράτη, υποτελές στον λατίνο αυτοκράτορα, ήταν το βασίλειο της Θεσσαλονίκης, το οποίο παραχωρήθηκε στον Βονιφάτιο, μαρκίωνα του Μομφεράτου . Το κράτος αυτό περιελάμβανε θεωρητικά τη βυζαντινή Μακεδονία, τη Θεσσαλία, την ηπειρωτική Ελλάδα και την Πελοπόννησο. Τονίζουμε θεωρητικά, διότι η κατάληψη αυτών των περιοχών δεν είχε εισέτι επιτευχθεί. Ο Βονιφάτιος, τον Οκτώβριο του 1204, με μεγάλη στρατιωτική δύναμη και συνοδευόμενος από τους γάλλους ευγενείς Γουλιέλμο Σαμπλίτη και Όθωνα Ντελαρός κατευθύνεται προς Νότο, για να κατακτήσει τις περιοχές που του είχαν επιδοθεί . Από τα Τέμπη εισέρχεται στη Θεσσαλία. Ο Λέων Σγουρός, το μόνο πρόσωπο στον ελληνικό χώρο το οποίο διενοήθη να προβάλει αντίσταση στους Φράγκους, είχε προωθηθεί μέχρι τη Λάρισα, αλλά μόλις πληροφορήθηκε την προέλαση του Βονιφατίου, υποχωρεί στις Θερμοπύλες και σκέφτεται να οργανώσει εκεί την άμυνά του. Όμως, σύμφωνα με τη διήγηση του Νικήτα Χωνιάτη, και μόνον η θέα των σιδηρόφρακτων ιππέων του Βονιφατίου ήταν αρκετή, για να τρέψει τον Σγουρό, τον Lasgur, όπως τον ονομάζουν οι λατίνοι χρονογράφοι, σε άτακτη φυγή. Άφησε ανυπεράσπιστο το στενό των Θερμοπυλών και κλείσθηκε στον Ακροκόρινθο54. Ο Βονιφάτιος καταλαμβάνει αμαχητί τη Θήβα και την Αθήνα και αφού ονομάζει τον Όθωνα Ντελα Ρος δούκα των Αθηνών προχωρεί προς τον ισθμό, συντρίβει τα στρατεύματα του Σγουρού και καταλαμβάνει την Κόρινθο. Όμως ο Λέων Σγουρός, οχυρωμένος στον Ακροκόρινθο και με αιφνίδιες εφόδους προκαλεί φθορές στις τάξεις των Φράγκων. Ο Βονιφάτιος αναγκάζεται να σταματήσει την προέλασή του και αρχίζει να πολιορκεί το φρούριο55.
Όμως η Πελοπόννησος κατελήφθη από τους Φράγκους με έναν απροσδόκητο, καθαρά μυθιστορηματικό, τρόπο. Ένας φράγκος ευγενής, ο Γοδεφρείδος Βιλλαρδουίνος, ανηψιός του ομώνυμου ιστορικού της Τέταρτης Σταυροφορίας, ο οποίος δεν είχε ακολουθήσει τον κύριο όγκο των Σταυροφόρων, αποβιβάστηκε στη Μεσσήνη, όπου μια σφοδρή καταιγίδα τον ανάγκασε να καταφύγει56. Εκεί πληροφορήθηκε το συνταρακτικό γεγονός της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως και την παρουσία των Σταυροφόρων στην Κόρινθο. Αναμιγνύεται στις διαμάχες των τοπικών Ελλήνων αρχόντων και τέλος, τον Φεβρουάριο του 1205, φθάνει στην Κόρινθο και ενώνεται με τον στρατό του Γουλιέλμου Σαμπλίτη, στον οποίο ο Βονιφάτιος είχε αναθέσει την πολιορκία του Ακροκορίνθου57. O Γοδεφρείδος πείθει τον Σαμπλίτη να τον βοηθήσει να κατακτήσει την Πελοπόννησο, της οποίας οι κάτοικοι, όπως είχε διαπιστώσει, ήταν παντελώς απόλεμοι και οι τοπικοί άρχοντες αλληλοϋποβλέπονταν. Ο Βονιφάτιος συναινεί και επιτρέπει την κοινή επιχείρηση των δύο ανδρών58. Ολόκληρη η Πελοπόννησος υποτάχτηκε ταχύτατα, σχεδόν αμαχητί, εκτός από τα ερύματα του Σγουρού, ήτοι η Κόρινθος, το Ναύπλιο, το Άργος και η ημιανεξάρτητη Μονεμβάσια59. Το έτος 1206 ο πάπας Ιννοκέντιος ΙΙΙ ονομάζει τον Σαμπλίτη «ηγεμόνα συμπάσης Αχαΐας, του ισχυρότερου και του μακροβιότερου από τα λατινικά κράτη της Ανατολής. Όμως το 1209 o Σαμπλίτης αποθνήσκει και τη διοίκηση της ηγεμονίας αναλαμβάνει ο Γοδεφρείδος Βιλλαρδουίνος . Το Χρονικόν του Μορέως, η μόνη μας ουσιαστικά, ελληνόφωνη πηγή για την Πελοπόννησο σ’ αυτή την περίοδο, μας πληροφορεί ότι η πρώτη πράξη του νέου ηγεμόνα ήταν η σύγκληση συνελεύσεως των φράγκων ιπποτών και των ελλήνων αρχόντων (παρλαμάς – parlement) στην πρωτεύουσα της ηγεμονίας Ανδραβίδα. Σ’ αυτή ψηφίσθηκε ο καταστατικός χάρτης του κράτους, το «ρετζίστρο» (registre). Σύμφωνα μ’ αυτόν ιδρύθηκαν 12 βαρωνείες, οι οποίες είχαν ευρεία αυτονομία. Οι βαρώνοι αποτελούσαν το άμεσο συμβουλευτικό σώμα του ηγεμόνα, ο οποίος ήταν πρώτος μεταξύ ίσων “primus inter pares”. Ωσαύτως ιδρύθηκαν επτά λατινικές επισκοπές, οι οποίες υπήγοντο στην αρχιεπισκοπή Πατρών61.
Πρώτο μέλημα του Γοδεφρείδου είναι η καθυπόταξη του ισχυρού πελοποννησιακού τετραγώνου. Εκτός της Μονεμβασίας, τις άλλες τρεις πόλεις κυβερνούσε τυραννικώς ο Λέων Σγουρός, ο οποίος κατόρθωνε να αποκρούει τις φραγκικές εφόδους. Όμως το 1208 ο Λέων κρημνίζεται έφιππος από τον Ακροκόρινθο και τη διοίκηση των πόλεων αναλαμβάνει ο Θεόδωρος Άγγελος, αδελφός του πρώτου δεσπότου της Ηπείρου62. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα συμβούλια που συγκαλούσε ο ηγεμόνας της Αχαΐας για την κατάστρωση του σχεδίου καταλήψεως των πόλεων συμμετείχαν και Έλληνες, από τους οποίους ο Βιλλαρδουίνος ζητούσε βοήθεια και συμβουλές. Οι Έλληνες προθυμοποιήθηκαν να βοηθήσουν στην κατάληψη των πόλεων, υπό τον όρο να ορκισθεί εγγράφως ο Γοδεφρείδος ότι δεν θα εξανάγκαζε ποτέ, ούτε τους ίδιους ούτε τα τέκνα τους να αλλάξουν την πίστη τους και τα πάτρια ήθη τους63. Έτσι, με τη βοήθεια των Ελλήνων και του δούκα της Αθήνας Όθωνα Ντελαρός ο Ακροκόρινθος κυριεύεται το 1210. Ο υπερασπιστής του φρουρίου Θεόδωρος Άγγελος κατόρθωσε να διαφύγει στο Άργος, αποκομίζοντας και όλους τους θησαυρούς της εκκλησίας της Κορίνθου64. Μετά την άλωση της Κορίνθου τα δυο άλλα ελληνικά ερύματα δεν μπόρεσαν να αντισταθούν. Το μεν Ναύπλιον κατόρθωσε ο Βιλλαρδουίνος να υποτάξει με τη βοήθεια των Βενετών, το δε Άργος κατελήφθη το 1212, μάλλον ειρηνικά65. Ο Γοδεφρείδος, μετά την κατάληψη του Άργους και την αιχμαλωσία του Θεόδωρου Αγγέλου, εδήμευσε τους θησαυρούς της εκκλησίας της Κορίνθου και τους διένειμε στους ιππότες του. Σε ένδειξη δε ευγνωμοσύνης προς τον δούκα της Αθήνας παραχωρήθηκαν σ’ αυτόν, ως προσωπικά τιμάρια οι πόλεις του Άργους και του Ναυπλίου. Έτσι ολόκληρη η Πελοπόννησος, εκτός από τη Μονεμβάσια, ευρίσκετο υπό την εξουσία του Βιλλαρδουίνου.
Μέχρι τη μάχη της Πελλαγονίας (1259) και την επιστροφή των Βυζαντινών στην Πελοπόννησο, το Άργος, υπό τη διπλή σκέπη της ηγεμονίας της Αχαΐας και του δουκάτου της Αθήνας απολαμβάνει μια μακρά περίοδο ειρήνης και ευημερίας. Οι τρεις Βιλλαρδουίνοι που κυβερνούν διαδοχικά την Αχαΐα, Γοδεφρείδος Ι (1209-1225), Γοδεφρείδος ΙΙ (1225-1246) και Γουλιέλμος Ι (1246-1278) καθώς και οι δούκες της Αθήνας Όθων Ι (1205-1225), Γουίδων Ι (1225-1263) και Ιωάννης (1263-1280), ηγεμόνες συνετοί, ανεκτικοί προς τους Έλληνες και τη θρησκεία τους, φιλοπρόοδοι και δραστήριοι, συνέβαλαν τα μέγιστα στην ανάπτυξη της Πελοποννήσου γενικότερα και των δύο πόλεων, Άργους και Ναυπλίου ειδικότερα που ήταν τιμάρια των δουκών της Αθήνας αλλά υποτελείς, (ligi) σύμφωνα με το γαλλικό φεουδαρχικό σύστημα, στην ηγεμονία της Αχαΐας66.
Με την κατάληψη των τριών πόλεων έγινε και αναδιοργάνωση της λατινικής εκκλησίας. Η Κόρινθος έγινε έδρα δεύτερης λατινικής αρχιεπισκοπής εις την οποία υπήχθη η νεοσυσταθείσα λατινική επισκοπή του Άργους. Συγχρόνως εξελίσσονται και οι διοικητικοί θεσμοί. Σε ανώτερο επίπεδο, ένα είδος Άνω Βουλής, υπάρχει η «κούρτη», η οποία συγκαλείται από τον ηγεμόνα σε τακτά διαστήματα και στην οποία συμμετέχουν οι βαρώνοι, οι επίσκοποι και οι ανώτεροι αξιωματούχοι του κράτους67. Όμως, υπήρχε και μία Κάτω Βουλή, η «μπουργεζία», στην οποία μετείχαν εκλεγμένοι εκπρόσωποι των αστών όλων των πόλεων. Η Βουλή αυτή των βουργεσίων, όπως την ονομάζει το Χρονικόν του Μορέως, είχε πλήρεις αρμοδιότητες για τις τοπικές, αστικές και φορολογικές υποθέσεις των αστών. Υπήρχε πλήρης ισοδικία για τους πολίτες, ανεξάρτητα αν ήταν Έλληνες ή Φράγκοι. Ο ελληνικός ορθόδοξος κλήρος, όπως και ο λατινικός, ήταν αφορολόγητος, ουδεμία δήμευση εκκλησιαστικής περιουσίας αναφέρεται και η άσκηση της ορθόδοξης λατρείας ήταν απολύτως ελεύθερη68.
Η μάχη της Πελλαγονίας, η σύλληψη του Γουλιέλμου Βιλλαρδουίνου και σχεδόν του συνόλου των φράγκων ιπποτών από τα στρατεύματα του Μιχαήλ Παλαιολόγου, τότε ακόμη αυτοκράτορα στη Νίκαια, η τριετής αιχμαλωσία, η ανάκτηση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Βυζαντινούς (1261), οι εργώδεις διαπραγματεύσεις μεταξύ Μιχαήλ VIII και των Φράγκων της Αχαΐας για την απελευθέρωση των αιχμαλώτων, η επίτευξη τελικά αυτής της απελευθερώσεως με αντιστάθμισμα την παράδοση στους βυζαντινούς των τεσσάρων φρουρίων, του Μυστρά, της Μαΐνης, του Γερακίου και της Μονεμβάσιας (είχε καταληφθεί από τον Γουλιέλμο ΙΙ, το 1250) και η επάνοδος των Βυζαντινών στην Πελοπόννησο είναι γεγονότα υψίστης σημασίας και προκαλούν το αμέριστον ενδιαφέρον της τόσον ιδιόρρυθμης επίσημης βυζαντινής ιστοριογραφίας. Συγκεκριμένα ο Γεώργιος Παχυμέρης, ο οποίος μας δίδει τις ακριβέστερες πληροφορίες για την πορεία των συνομιλιών ανάμεσα στους Φράγκους του Μορέως και στον Μιχαήλ VIII σχετικά με την απελευθέρωση των ιπποτών, μας πληροφορεί ότι αρχικά είχε τεθεί ως όρος από τους Βυζαντινούς και η παράδοση των πόλεων Άργους και Ναυπλίου. Όμως η απαίτηση δεν έγινε δεκτή, γιατί οι δυο πόλεις ήταν τιμάρια του δούκα της Αθήνας69.
Το 1262 ο Γουλιέλμος επιστρέφει στην Πελοπόννησο. Οι Βυζαντινοί αρχίζουν να οργανώνουν την παραχωρηθείσα σ’ αυτούς περιοχή. Οι δύο πλευρές αλληλοϋποβλέπονται. Ένας μακρύς πόλεμος, στον οποίον αναμιγνύονται ευρωπαϊκές δυνάμεις, αρχίζει. Αρχικά πρωταγωνιστές ήταν ο Γουλιέλμος και ο πρώτος διοικητής του βυζαντινού προγεφυρώματος Μιχαήλ Καντακουζηνός. Ο θάνατος του Γουλιέλμου (1278) σηματοδοτεί την αρχή της πτώσεως της ηγεμονίας της Αχαΐας. Οι αδύνατοι διάδοχοι του Γουλιέλμου, σύζυγοι της κόρης του Ισαβέλλας, Φλωρέντιος του Αινώ ( 1237) και Φίλιππος της Σαβοΐας (1300-1304) δεν κατορθώνουν να ανορθώσουν την ηγεμονία. Ο θάνατος του Μιχαήλ του VIII και η άνοδος στο θρόνο του Βυζαντίου του Ανδρόνικου ΙΙ (1282-1328) δεν μεταβάλλει σε τίποτα την κατάσταση. Μετά το 1304 η ηγεμονία της Αχαΐας κυβερνάται από βαΐλους που τους απέστελλε ο επικυρίαρχος βασιλιάς της Νεαπόλεως70. Και οι συγκρούσεις με τους Βυζαντινούς συνεχίζονταν αδιάλειπτοι. Κατά την περίοδο 1262-1311, η πόλη του Άργους και η περιοχή της Αργολίδας, υπό την προσωπική διοίκηση των δουκών της Αθήνας, δεν επηρεάζονταν από τις πολεμικές επιχειρήσεις και μάλιστα ευημερούσαν, αν κρίνουμε από την αλματώδη αύξηση του πληθυσμού τους71. Όμως το 1311 επέρχεται η μεγάλη μεταβολή. Η Καταλανική εταιρεία καταλύει το δουκάτο της Αθήνας. Τα πελοποννησιακά τιμάριά του όμως, ήτοι οι πόλεις του Άργους και του Ναυπλίου, δεν καταλαμβάνονται από τους Καταλανούς, αλλά ως ημιανεξάρτητη περιοχή διοικείται από τους τελευταίους εκπροσώπους των δουκών της Αθήνας, που ανήκουν στη γαλλική οικογένεια των Foucherolles 72. Βυζαντινοί και Αχαϊκή ηγεμονία με την προσθήκη τώρα, και των Καταλανών, όπως και της Βενετίας, η οποία συνεχώς επενέβαινε στα πράγματα της Πελοποννήσου, συνέχιζαν τις πολεμικές επιχειρήσεις αλλά με ένα είδος σιωπηρής συμφωνίας δεν ενοχλούσαν την περιοχή της Αργολίδας της οποίας οι κάτοικοι, εν μέσω γενικού χάους, ζούσαν ειρηνικά. Το έτος 1356 ο τελευταίος νόμιμος κληρονόμος των δουκών της Αθήνας Βάλθερος Βριέννιος, από την εξορία, προ του θανάτου του, άφησε με διαθήκη τις πόλεις του Άργους και του Ναυπλίου εις την αδελφή του Ισαβέλλα, χήρα του Βαλθέρου d’ Enghien. Ο ένας από τους υιούς της, ο Γουίδων d’Enghien έγινε κύριος του Άργους και του Ναυπλίου73.
Στο μεταξύ οι Βυζαντινοί είχαν μεταβάλει την περιοχή τους σε ημιαυτόνομο δεσποτάτο, του οποίου την ηγεσία ανέθεσαν αρχικά σε μέλη της οικογένειας Καντακουζηνού (1348-1384), στη συνέχεια δε σε μέλη της ίδιας της αυτοκρατορικής οικογένειας των Παλαιολόγων (1384-1460). Ο πρώτος δεσπότης της οικογένειας των Παλαιολόγων Θεόδωρος Ι (1384-1407) ακολούθησε άκρως φιλοπόλεμη πολιτική κατά πάντων, φιλοδοξώντας να θέσει ολόκληρη την Πελοπόννησο υπό την κυριαρχία του. Και ενώ ο τουρκικός κίνδυνος ήταν άμεσος και ολόκληρη η Βαλκανική ήταν, μετά τη μάχη του Κοσσυφοπεδίου, υπό οθωμανική κατοχή, οι δυνάμεις του δεσποτάτου εφθείροντο σε ανωφελείς έριδες74.
Το 1377, ο τελευταίος γάλλος άρχοντας του Άργους και του Ναυπλίου Γουίδων d’ Enghien αποθνήσκει αφήνοντας ως κληρονόμο του τη θυγατέρα του Μαρία, μόλις δεκατεσσάρων ετών. Οι συγγενείς της Μαρίας, φοβούμενοι μια βίαιη κατάληψη των πόλεων από τους γείτονες, εζήτησαν την προστασία της Βενετίας, η οποία – όπως ήταν φυσικό – δέχθηκε με προθυμία την πρόταση και στις 17 Μαΐου του ίδιου χρόνου ετελέσθηκαν οι γάμοι της Μαρίας με έναν ευγενή Βενετό, τον Πέτρο Κορνάρο. Αυτός κυβέρνησε προσωπικά τις δύο πόλεις αλλά ο θάνατός του, το 1388, εξέθετε τη Μαρία σε νέους κινδύνους. Η κυβέρνηση της Βενετίας πείθει τη Μαρία να της πουλήσει τα δικαιώματά της επί των δύο πόλεων. Έτσι, με συμβόλαιο, το 1388, η Βενετία γίνεται κυρία του Άργους και του Ναυπλίου. Όμως, πριν οι Βενετοί αξιωματούχοι γίνουν κύριοι αυτών των νέων κτίσεων, τα στρατεύματα του δεσπότου Θεόδωρου Παλαιολόγου, με την ομόθυμη συγκατάθεση των κατοίκων, κατέλαβαν τις πόλεις75. Η Βενετία μπροστά σ’αυτή την εξέλιξη ονόμασε τον Parazzo Malipiero διοικητή του Άργους και του Ναυπλίου (1389) και του αναθέτει να έλθει σε διαπραγματεύσεις για την παράδοση των πόλεων. Ο Malipiero έφθασε στην Ελλάδα και κατόρθωσε να καταλάβει το Ναύπλιο, αλλά το Άργος έμεινε στα χέρια των Ελλήνων. Εργώδεις διαπραγματεύσεις, οι οποίες διήρκεσαν τέσσερα έτη και διήλθαν από ποικίλες φάσεις, κατέληξαν σε συμφωνία μεταξύ του Θεοδώρου Παλαιολόγου και Βενετών για παράδοση του Άργους στους δεύτερους (11 Ιουνίου 1394). Ο τουρκικός κίνδυνος είχε αναγκάσει τους δυο αντιπάλους να συμβιβαστούν76.
Η καταστροφή στο Κοσσυφοπέδιο (1389) επέφερε ένα τρομακτικό πλήγμα στους χριστιανικούς λαούς της Βαλκανικής και διευκόλυνε την κάθοδο των Τούρκων προς Νότον. Ο Βαγιαζήτ διαδέχθηκε στο σουλτανικό θρόνο τον πατέρα του Μουράτ, που είχε φονευθεί στη μάχη. Η κατάληψη της Θεσσαλίας από τους Τούρκους και η εγκατάσταση σ’ αυτή, ως σουλτανικού επιτρόπου, του Εβρενός πασά, προκάλεσε έντονες ανησυχίες στους διάφορους άρχοντες του Μορέως. Όμως, η ενότητα ανάμεσα στους χριστιανούς της Πελοποννήσου δεν πραγματοποιήθηκε. Οι πελοποννήσιοι ηγέτες συνέχισαν να μάχονται υπό το βλέμμα του κοινού εχθρού. Το 1395 ο Εβρενός πασάς επιχειρεί μια δοκιμαστική εκστρατεία στην Πελοπόννησο, διέρχεται ακώλυτα τον ισθμό και επιστρέφει στη Θεσσαλία. Εκ νέου, το 1397, ο Εβρενός και ο Γιακούπ πασάς επικεφαλής 50.000 στρατιωτών διέρχονται τον ισθμό. Το ένα τμήμα του στρατού, υπό τον Γιακούπ πασά στρέφεται κατά της πόλεως του Άργους, η οποία πρόσφατα είχε καταληφθεί από του Βενετούς. Οι πρώτες έφοδοι αποκρούστηκαν από τους κατοίκους και ο τούρκος στρατηγός αναγκάζεται να πολιορκήσει την πόλη. Είναι η πρώτη φορά που δύο εκπρόσωποι της επίσημης βυζαντινής ιστοριογραφίας μας δίδουν εκτενείς πληροφορίες για το Άργος. Τόσο ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης όσο και ο Γεώργιος Σφραντζής αναφέρονται με ακρίβεια στο γεγονός. Στο πρώτο στάδιο της πολιορκίας οι Αργείοι αντιστάθηκαν σθεναρώς. Αλλά, εξ αιτίας ενός πανικού που προκλήθηκε από τους άνδρες που ήταν ταγμένοι να υπερασπίζονται το αριστερό μέρος του τείχους, οι Τούρκοι αναρριχήθηκαν στις επάλξεις και, εντός ολίγου, κατέλαβαν την πόλη. Φρικτές σκηνές ακολούθησαν. Μετά από μια ανηλεή σφαγή, οι επιζήσαντες κάτοικοι αιχμαλωτίσθηκαν. Εάν πιστεύσουμε τον Χαλκοκονδύλη και τον Σφραντζή, περισσότεροι από τριάντα χιλιάδες αιχμάλωτοι μεταφέρθηκαν στη Μικρά Ασία. Η πόλη του Άργους, μέχρι τότε πλούσια και πολυάνθρωπη, μεταβλήθηκε σε ερείπια77.
Το άλλο τμήμα του τουρκικού στρατού, υπό τον Εβρενός πασά, αφού λεηλάτησε τα εδάφη του δεσποτάτου, ενώθηκε με το πρώτο και, ομού, ανεχώρησαν για τη Θεσσαλία. Αυτές οι δυο εκστρατείες των Τούρκων απετέλεσαν ένα θανάσιμο πλήγμα για τις δυνάμεις του Μορέως. Ο θάνατος του σουλτάνου Βαγιαζήτ στην ειρκτή του Ταμερλάνου (1403) μετά την ήττα του στην Άγκυρα (1402) είχε ως άμεσο αποτέλεσμα την προσωρινή ανακούφιση τόσο της Κωνσταντινουπόλεως όσο και του Μορέως. Οι Βενετοί άρχισαν, με δραστικά μέτρα, να επιχειρούν την ανασυγκρότηση της πόλεως του Άργους. Απήλλαξαν από κάθε φορολογία τους εναπομείναντες κατοίκους και επέτρεψαν σε όσους Έλληνες υπηκόους του Δεσποτάτου το επιθυμούσαν, να εγκατασταθούν σ’ αυτό και στην ευρύτερη περιοχή της Αργολίδας, προσφέροντάς τους αξιόλογες οικονομικές διευκολύνσεις78. Οι εσωτερικές εξελίξεις στο Ελληνικό δεσποτάτο σε συνάρτηση πάντοτε με τις σχέσεις Τούρκων, Κωνσταντινουπόλεως και Βενετίας δεν επηρέασαν τις βενετικές κτήσεις του Άργους και του Ναυπλίου. Ούτε η πρώτη επιδρομή υπό τον Τουραχάν (Μάιος 1423), ούτε οι δυο διαδοχικές εκστρατείες του Μωάμεθ ΙΙ (1457-58 / 1460-61) οι οποίες κατέληξαν στην κατάλυση του Ελληνικού Δεσποτάτου, έθιξαν τις βενετικές κτήσεις79. Όμως το τέλος ήτο εγγύς. Το έτος 1462 οι Τούρκοι, μετά από ασήμαντον αφορμήν, υπό την ηγεσίαν του Ομάρ πασά εισβάλλουν στην Αργολίδα και καταλαμβάνουν αμαχητί την πόλη του Άργους ένεκα της προδοσίας ενός έλληνα ιερέα80. Η Βενετία κηρύσσει τον πόλεμο στην Τουρκία, ονομάζει αρχιστράτηγο των κατά ξηράν δυνάμεών της τον Μπερτόλ ντ’ Έστε και προσπαθεί να εξεγείρει τους Έλληνες κατά των Τούρκων. Αρχικά τα στρατεύματα των Βενετών στην Πελοπόννησο είχαν επιτυχίες και το Άργος ανακτήθηκε ταχύτατα. Ο θανάσιμος τραυματισμός του Μπερτόλ κατά την πολιορκία του Ακροκορίνθου επέφερε σύγχυση στο βενετικό στράτευμα. Η άφιξη του Μαχμούτ πασά στην Πελοπόννησο με μεγάλη στρατιωτική δύναμη ανέτρεψε την κατάσταση. Οι Βενετοί, χωρίς ηγέτη, οχυρώθηκαν στο Ναύπλιο. Ο Μαχμούτ κατέλαβε την πόλη του Άργους, την κατεδάφισε και τους κατοίκους της τους έστειλε αιχμαλώτους στην Κωνσταντινούπολη. Ο Μωάμεθ ΙΙ δεν τους κακοποίησε, αλλά τους εγκατέστησε περί την μονήν της Περιβλέπτου, προσφέροντας εις αυτούς γαίες και οικίες81.
Το Άργος, μια πόλη που διατήρησε το ελληνικό κλασικό της όνομα, τη σφριγηλότητά της, την έντονη εμπορική της κίνηση σε όλη τη διάρκεια των Μέσων Χρόνων, έχει σχεδόν αφανισθεί. Όμως η μνήμη της παλαιάς αίγλης δεν χάνεται. Ο βιβλιογράφος του τέλους του 15ου αιώνα Μιχαήλ ο Σουλιάρδος, τέκνο του Άργους, γράφει στο περιθώριο ενός χειρογράφου :
«αντιγράφω ου χάριν δώρων, αλλ’ υπέρ πατρίδος»82.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
ΑΜ : Mitteilungen des deutschen arcaeologischen Instituts, Athenische Abteilung.
Βυζ : Βυζαντίς.
BCH : Bulletin de Correspondance hellenique.
BNJ : Byzantinisch – Neugriechische Jahrbucher. (Aθήνα)
ΒΥΖ.ΜΕΤ : Byzantina Metabyzantina (Nέα Υόρκη)
MEFR : Melanges d’ histoire et d’ archeologie de l’ Ecole francaise de Rome.
PG : J.P. MIGNE, Patrologiae cursus completus, series graeca.
Ν.Ε : Νέος Ελληνομνήμων.
Γ. Ακροπολίτης (HEISEMBERG) : Γεώργιος Ακροπολίτης, Opera : Recensuit Augustus. HEISEMBERG, I-III, Leipzig, 1903.
Jus graecoromanorum (ΖΕΠΟΣ) : Ι. και Π. ΖΕΠΟΣ, Jus graecoromanorum, τόμοι 8, Αθήναι 1931.
Ζώσιμος (MENDELSSOHN) : Zosimi, Historia nova, εκδ. L.MENDELSSOHN, Λειψία, 1931.
Θεοφάνης, DE BOOR : Θεοφάνης – Theophanes, Chrongraphia, εκδ. C.DE BOOR, ΤΌΜΟΙ 2, Λειψία 1883.
Κριτόβουλος : Κριτόβουλος ο Ίμβριος : De rebus gestis
Mechemetis II, εκδ. CH.MULLER, Fragmenta historicorum Graecorum, V, σ.
40-161, Παρίσι, 1870.
Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος, Περί Θεμάτων (Bonn) : Constantino Porfirogenito, De Thematibus, εκδ. Em. BEKKER, III, Βόννη, 1844.
Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος, De administrando Imperio
(MORAVCSIK) : Constantine Porphyrogenitus, De administrando Imperio, εκδ. GX MORAVCSIK και H.JENKINS, Βουδαπέστη, 1949.
Γεώργιος Παχυμέρης (ΒΟΝΝ) : G.Pachymeri, De Michaele et Andronico Paleologis libri XIII, εκδ. ΕΜ. ΒΕΚΚΕR, τομ. Ι-ΙΙ, Βόννη, 1838.
Σφραντζής (BONN) : Georgii Phranzae, Annales, εκδ. EM.BEKKER, Βόννη, 1838.
Villehardouin (ED.FARAL) : Villehardouin, La conquete de Constantinople, εκδ. EMOND FARAL (Les classiques de l’ histoire de France) Ι-Ι, Παρίσι, 1973.
Λ.Χαλκοκονδύλης (BONN) : Laonicus Chalcocondylas, Historiarum libri X, εκδ. EM.BEKKER, Bόννη, 1843.
Χρονικόν Μορέως (ΚΑΛΛΟΝΑΡΟΣ) : Το Χρονικόν του Μορέως : Το ελληνικόν κείμενον, Εισαγωγή, υποσημειώσεις και επεξεργασία υπό ΠΕΤΡΟΥ ΚΑΛΛΟΝΑΡΟΥ, Αθήναι, 1940.
Νικήτας Χωνιάτης (VAN DIETEN) : Nicetas Choniates, Historia, εκδ. d.L.VAN DIETEN (Corpus Fontium Historiae Byzantinae), Βερολίνο, 1975.






