Ο Μύθος της Δανάης
Δανάη. Άλλη κοπέλα στο Άργος. Γιατί όλο το Άργος; Ε! αυτή η αργολική πεδιάδα φαίνεται ότι ήταν η καρδιά του Ελληνισμού. Πλούσια, ήρεμη και προφυλαγμένη από λόφους, προτιμήθηκε από τους πρώτους Αρείους αποίκους, σαν προνομιούχα απέναντι στις άλλες ελληνικές πεδιάδες.
Βασιλιάς του Άργους, λοιπόν, ήτανε τότε ο Ακρίσιος που είχε γυναίκα την Ευρυδίκη. Κάνανε και μια κόρη, τη Δανάη, αλλά ο βασιλιάς το είχε καημό που δεν απόχτησε γυιό … Τράβηξε λοιπόν, σ’ ένα μαντείο και ζήτησε συμβουλές.
- Τι να κάνουμε ν’ αποχτήσουμε κι εμείς ένα αγοράκι;
Το μαντείο δεν του τάπε καλά.
- Όχι αγόρι δεν θ’ αποχτήσεις, αλλά θα κάνης εγγονό από τη Δανάη, που θα σου φάη την κεφάλα.
Ο Ακρίσιος τρόμαξε. Γύρισε στο Άργος έπιασε και σκάρωσε ένα υπόγειο από χαλκό και φώναξε στην κόρη του.
- Επειδή είσαι ζωηρή και θα μου σκαρώσεις κανά μούλο, θα μείνης στο υπόγειο με την τροφό σου και αιώνιως παρθένα.
Έκλαψε το κορίτσι, έσκισε τα φουστάνια της, τίποτα. Ο μπαμπάς δεν άκουγε κουβέντα.
Τώρα, μπανιστήρι έκανε ο Ζευς με τρυπάνι, θεός ήταν κι έβλεπε μέσα από τα υπόγεια; Την είδε τη Δανάη, που του άρεσε και επειδή η μοίρα δεν αποφεύγεται (ο μύθος ακριβώς αυτό σημαίνει), πήρε απόφαση να χωθή στην υπόγα. Πιάνει, λοιπόν, ο αλιτήριος και μεταμορφώνεται σε χρυσή βροχή.
Η βροχή τρυπάει τη στέγη, πέφτει μέσα στο υπόγειο και πάει τσιφ, συστημένη στην αγκαλιά της κοπέλλας. Μόλις κι έπεσε στην αγκαλιά της, ξαναγίνεται Ζευς και την μαγκώνει.
Η Δανάη πολλά δεν ήθελε. Είδε και το θεό λεβένταρο, του χαμογέλασε.
- Πως μπήκατε Ζευ;
- Ε, τα κατάφερα.
Κάτι γελάκια από δω κάτι χαδάκια από κει, να σου η Δανάη σ’ ενδιαφέρουσα κατάσταση. Έκανε τη δουλειά του ο Ζευς, έφυγε κι έμεινε η Δανάη με την τροφό της. Στον ωρισμένο καιρό γέννησε κιόλας ένα γυιο, τον Περσέα.
Καλά τη βόλευε το παιδί, αλλά μια μέρα τόπιασε το τζαναμπέτικο κι έβαλε τις φωνές. «Βρε» του φωνάζανε «σκάσε», «βρε», «θα σ’ ακούση ο παππούς και θα πάθουμε λαχτάρα» , τίποτα ο μπάσταρδος. Ο Ακρίσιος, λοιπόν τ’ άκουσε.
Τρέχει στην υπόγα, βλέπει τον μικρό.
- Μωρή, πως το γέννησες αυτό; Με καρότο;
Τη σέρνει από το μαλλί, την πάει στο βωμό και τη γονατίζει.
- Πες μου ποιος είναι.
- Ο Ζευς.
- Παραμύθια.
- Στ’ ορκίζομαι μπαμπά.
Ο Ακρίσιος το πίστεψε, δεν το πίστεψε αλλά καλού – κακού δεν την σκότωσε. Διότι αν είναι ο Ζευς σου λέει, θα μπλέξουμε.
Φτιάνει λοιπόν μια κιβωτό, βάζει μέσα μάνα και παιδί και τους πετάει στην θάλασσα.
Ταξίδευε η κιβωτός, ταξίδευε, έφτασε στη Σέριφο. Ένας ψαράς, Δίκτυ τον λέγανε, άκουσε από μέσα τις φωνές, την ψάρεψε, την άνοιξε, βρήκε την Δανάη και τον Περσέα. Τους έβγαλε όξω, τούπανε την ιστορία τους, τους πήρε σπίτι του.
Άντε να τρώτε κακαβιά να συνέλθετε.
Καλά την περνάγανε με τ’ αφρόψαρα η μάνα και ο γυιός αλλά ο Δίκτυς είχε έναν αδερφό μόρτη και παλιόπαιδο. Είδε τη Δανάη, του μπήκε ο διάολος, την ερωτεύτηκε …
- βΑυτήνε εγώ …
- Βρε κάτσε φρόνιμα …
- Δεν ακούω τίποτα.
Και τη στρίμωξε δεόντως.
Η Δανάη δεν τον ήθελε. Βρώμαγε και ψαρίλα, αλλά κατά πως φαίνεται, ήθελε, δεν ήθελε, δεν την απόφυγε την ζημιά … Κι ο ψαράς τη ζήλευε, την έδερνε, την έκλεινε μέσα, την άφηνε νηστικιά και της έριχνε και τίποτα σφαλιάρες.
Ο Δίας από πάνω έκανε το κορόϊδο. Αλλά το αγοράκι ο Περσέας μεγάλωνε και καρδάμωνε. Κι άμα μεγάλωσε καλά έγινε ζόρικος.
- Ρε συ, του λέει του ψαρά, θ’ αφήσης τη μάνα μου ήσυχη;
- Αει φύγε, τσόγλανε.
Ο Περσέας ήρωας ήτανε, τον πλακώνει, τον κάνει ίσα μ’ ένα άλογο. Κι άμα τον έδειρε, πήρε τη μάνα του, τη μπαρκάρησε σ’ ένα καράβι και την έστειλε πίσω στο Άργος. Εκεί έμεινε η Δανάη όλα της τα χρόνια και πέθανε δόξη και τιμή κι ο Δίας φάνηκε πολύ αχάριστος και παλιανρωπαρέας, γιατί δεν ενδιαφέρθηκε, αλλά εξακολούθησε τις καλπουζανιές του, ως θα ίδωμεν εις το τέταρτον μέρος των ασταματήτων ερώτων του ακράτητου αυτού Δον Χουάν, που αν ζούσε σήμερα, καλά θάτανε να φυλαγόμαστε και μεις οι σερνικοί …
Ο Μύθος της Δανάης [διήγημα του Νίκου Τσιφόρου]





