Ο Μικρός Περιηγητής στον Αργολικό Κάμπο
Βρισκόμαστε στον αργολικό κάμπο ο Φάνης κι εγώ, μόνοι μας αυτή τη φορά. Είναι άνοιξη πάλι. Σαν μια πράσινη θάλασσα κυματίζει στ’ αγέρι στο στάρι. Στα γύρω υψώματα ημερεύουν το μάτι, πουρνάρια και θάμνοι πυκνοί. Ένας λαχανόκηπος απέραντος είναι η γελαστή τούτη κοιλάδα. Σε κάθε σταθμό στέκεται το τρένο να πάρει κοφίνια ατελείωτα, γεμάτα απ’ του Θεού τα καλά. Είναι τόσο βαριά η μοσκοβολιά του Αργίτικου κάμπου, που νομίζεις πως ταξιδεύεις σε πέλαγος αρωματισμένο. Λεύκες πράσινες κι άσπρες ακολουθούν με το σάλεμά τους το κύλισμα των μικρών ρυακιών.
- Μα γιατί να το λέει στην «Ιλιάδα» ο Όμηρος «διψασμένο Άργος»; Ρωτά ο Φάνης. Αυτή η κοιλάδα είναι παράδεισος. Που τη βρήκε τη δίψα;
- Ήταν φαίνεται διψασμένο έναν καιρό το αρχαίο Άργος, μικρέ μου Φάνη, απάντησα πρόθυμα. Θες να σου διηγηθώ, καθώς διασχίζουμε τον κάμπο, έναν Αργίτικο μύθο;
- Γιατί κουράζεσαι να ρωτάς, θεία μου; Πάντα θέλω να μου λες παραδόσεις και θρύλους … Έναν τόπο τον αγαπώ περισσότερο όταν ξέρω την ιστορία του.
- Λοιπόν, στα πανάρχαια χρόνια, λέει ο μύθος, ο τόπος ετούτος δεν είχε νερό. Από μίλια μακριά το έφερναν οι κάτοικοι στο Άργος. Μια μέρα, λοιπόν, μια βασιλοπούλα, η κόρη του Δαναού, η πεντάμορφη Αμυμώνη, πήρε τη στάμνα της και προχώρησε μέσα στο δάσος να βρει μια πηγή και να φέρει νερό στο παλάτι. Μα, καθώς μάθαινε τότε να κυνηγά, είχε πάρει μαζί της και τη φαρέτρα και το τόξο. Δυο ώρες έψαχνε για νερό. Έκαιγε ο ήλιος, τα χείλη της ήταν ολόστεγνα. Ξαφνικά, ένα ωραίο ελάφι πέρασε μέσα απ’ τις φυλλωσιές. Η κόρη το τόξεψε, μα το βέλος, αντί να χτυπήσει το ζαρκαδάκι, χτύπησε το Σάτυρο που κοιμόταν κάτω απ’ τον ίσκιο. Οι Σάτυροι, όπως ξέρεις, ήσαν άγρια πλάσματα, ένα είδος δαιμονικά των δασών, με ουρές και τραγίσια πόδια. Θύμωσε, λοιπόν, γιατί πόνεσε από το χτύπημα …
» – Τώρα θα δεις, παλιοκόριτσο, είπε. Θα σε μάθω εγώ ποιον να βάζεις σημάδι.
» Βάλε τώρα με το νου σου τον τρόμο της δύστυχης Αμυμώνης, καθώς αντίκρισε εκείνο το ξωτικό να την παίρνει στο κυνήγι.
» – Σώστε με, θεοί, φώναξε τρέχοντας σαν τρελή. Μα αλίμονο! Ένας βράχος της έφραξε σ’ όλο το μάκρος το δρόμο. Ήταν χαμένη … Ξαφνικά όμως ακούστηκε ένας κρότος, σαν από μέταλλο που χτυπά σε πέτρα, κι η Αμυμώνη είδε μια τρίαινα να πέφτει με δύναμη και ν’ ανοίγει στα δυο τον πελώριο βράχο. Η κόρη τρύπωσε τότε μέσα απ’ τ’ άνοιγμα κι ένιωσε μια πηγή κρουσταλλένια στα πόδια της και μια ασημένια βροχή στα ξανθά της μαλλιά … Γύρισε πίσω το βλέμμα απορρημένη κι είδε τον Ποσειδώνα να της χαμογελά, σέρνοντας απ’ το τραγίσιο αυτί του, το Σάτυρο.
» – Πάρε τη στάμνα σου, Αμυμώνη, της είπε ο θεός. Γέμισέ την νεράκι. Είναι η τελευταία φορά που χρειάζεται να ‘ρθεις τόσο μακριά να το βρεις. Από σήμερα, τούτη η πηγή που χαρίζω στο Άργος και που θα λέγεται πια «Αμυμώνη», με τα’ όνομά σου, θα ρέει ανάμεσα απ’ τον κάμπο σε ρυάκια χρυσά, να ποτίζει την πόλη.
» Η κόρη γέμισε το σταμνάκι της, ευχαρίστησε το θεό κι έφυγε χαρούμενη. Πίσω της ακολουθούσαν κελαρυστά δροσερά ποταμάκια …
Ο Φάνης ενθουσιάστηκε με το θρύλο και, όπως πάντα αχόρταγος, ήθελε να του πω και για τους παλιούς εκείνους ανθρώπους … Μα γύρω μας ήσαν τόσο μαγευτικά όλα κι εγώ τον μάλωσα λίγο.
- Μάθε και να βλέπεις, καλέ μου Φάνη. Μη θες όλο ν’ ακούς και να λες. Κοίτα την άνοιξη πως κεντά μ’ αγριολούλουδα κάθε φράχτη. Δες παπαρούνες, κρινάκια, ροδακινιές ανθισμένες κι ολόλευκες, σαν νυφούλες. Δεν έχει ανάγκη, θαρρώ, από θρύλους για να σ’ αρέσει η πεδιάδα του Άργους. Την αγαπούμε και χωρίς τον Φείδωνα τον Αργείο, που ήταν ένας από τους εφτά σοφούς, και χωρίς την Τελέσιλλα, τη μεγάλη της ηρωίδα …
- Μα αυτό είναι μαρτύριο του Ταντάλου, καλή μου θεία. Μπορείς να μου πεις ποια είν’ η Τελέσιλλα; Φώναξε ο Φάνης;
- Ω, είναι σύντομη ιστορία κι ωραία, Φάνη. Θα σου την πω, αφού δεν την ξέρεις. Η Αργεία Τελέσιλλα, ήταν μια αρχαία ποιήτρια απ’ τις πιο καλές. Μα, σε κάποια στιγμή, έριξε τον κάλαμο, πέταξε τους στίχους κι άρπαξε το κράνος και το σπαθί για να σώσει το Άργος. Ήταν το 510, όταν ο Κλεομένης ο Σπαρτιάτης είχε σφάξει όλους τους άντρες του Άργους σε μια σύγκρουση έξω από την πόλη. Όρμησε, λοιπόν, βέβαιος πια ότι το Άργος θα έπεφτε στα χέρια του. Δεν είχε πια υπερασπιστές, όπως το νόμιζε. Μα η Τελέσιλλα αγρυπνούσε κι ας ήταν γυναίκα …
» Όπλισε τις νέες γυναίκες που μπορούσαν να πολεμήσουν και τις έστησε στις πύλες. Έβαλε και τους γέροντες και τους δούλους στα τείχη. Όταν, λοιπόν, χύθηκαν οι εχθροί, αλαλάζοντας για τη νίκη τους, βρήκαν αντιμέτωπη την Τελέσιλλα με το γυναικείο στρατό της. Ντράπηκε ο Κλεομένης να τα βάλει με τις γυναίκες.
» – Αν νικήσω, σκέφτηκε, η νίκη μου θα είναι χωρίς δόξα, κι αν νικηθώ η ντροπή μου θα είναι μεγάλη.
» Έτσι έφυγε, και το Άργος δεν έπεσε στην σκλαβιά. Γιαυτό έστησαν ύστερα ανδριάντα στην ηρωίδα ποιήτρια του. Την παράστησαν με βιβλία ριγμένα στα πόδια της κι ένα κράνος στο κεφάλι. Μα να, πλησιάζουμε στην πόλη. Δεν έχει πια ιστορίες για σήμερα.
Περνάμε τον Ίναχο, ένα χείμαρρο κωμικό, με τόσο φαρδιά κοίτη, που θα ‘λέγες πως φιλοδοξούσε να δεχτεί τα νερά του … Νιαγάρα! Κι όμως, δε βλέπεις παρά μερικές ασημένιες νεροκλωστές στα ξερά του σπλάχνα. Η άνοιξη είχε έρθει φέτος ζεστή σαν το καλοκαίρι και στέγνωνε καθετί βιαστικά.
Αντίκρυ ο κόλπος του Ναυπλίου γαληνεύει και λάμπει καθώς πέφτει το μαϊστράλι. Ο δημόσιος δρόμος περνάει κάτω από ένα μυτερό λόφο, μ’ ένα κάστρο σκαλωμένο στην κορφή του κι έναν άλλο που μοιάζει μ’ ασπίδα αναποδογυρισμένη στη γη. Έπειτα μπαίνει στην πολιτεία του Άργους και διακλαδίζεται στην πλατεία. Πρόσχαρα σπίτια με κήπους και με βραγιές ανθισμένες, χαγιάτια κι αυλές με περικοκλάδες, παράθυρα με κοπέλες που περίεργες μας χαιρετούν φιλικά, μ’ ένα πρόσωπο γελαστό κι ολόδροσο σαν τον κάμπο τους. Η αιώνια χαρούμενη και καλόκαρδη ελληνική επαρχία, με τον απλό και φιλόξενο κόσμο της, με τις χίλιες δυο μυστικές ομορφιές της.
Μένουμε σ’ ένα ξενοδοχείο που έχει την ονομασία «Ο Αγαμέμνων» και βρίσκεται βόρεια της πλατείας του Αγίου Πέτρου. Αύριο θα ξεκινήσουμε για να δούμε τα’ ανάκτορα και τον τάφο του ομηρικού αυτού βασιλιά, που γεμίζει, με τα’ όνομα και τη δόξα του, το αριστούργημα των αιώνων, την «Ιλιάδα».
Αύριο θα δούμε τις Μυκήνες και θα ζήσουμε λίγο ανάμεσα στους ομηρικούς ανθρώπους.
Η χαρά του νερού
Ο τίτλος της σημερινής περιγραφής δεν είναι δικός μου. Τον είδα στην ταμπέλα ενός εξοχικού κέντρου, σε μια παραδεισένια γωνιά, τόσο μαγική, τόσο παραμυθένια, που δύσκολα την πιστεύεις αληθινή.
Πήραμε τα’ αυτοκίνητο για το Άργος. Η Πελοπόννησος ήταν ακόμη ντυμένη στα πράσινα, μόλο που ξεθώριαζαν κάπως τα σπαρτά στις πλαγιές! Τι ευλογημένος, αλήθεια, τόπος! Τι βλάστηση, τι δεντροφυτεία, τι ποικιλία σε χρώμα και σχήμα τοπίου! Εδώ κυπαρίσσια, εκεί πλατάνια, πιο πέρα ελιές. Οι πλαγιές των βουνών βελουδένιες, πολύπτυχες, δασωμένες οι ρεματιές. Ένα εκκλησάκι χωμένος το σύδεντρο, ένα χωριουδάκι, σαν άσπρο κοπάδι, σκαρφαλωμένο στο διάσελο .Κοκκινίζουν ακόμα τ’ αμπέλια, τα φουντωτά, απ’ τις παπαρούνες. Τα σπαρτά χρυσώνουν τους φράχτες, εδώ κι εκεί φιδοσέρνεται το νερό μέσα στα ρουμάνια. Μα είναι ακόμα τόσο μακρινό. Εμείς πάμε εκεί, στις πηγές του, στις νερομάνες, να το χαρούμε σ’ όλη την αφθονία του και τη μουσική του.
Πάμε στο Κεφαλάρι του Άργους. Γιαυτό δε στεκόμαστε πουθενά. Σήμερα δεν έχει αρχαία, μικρέ μου Φάνη. Η ζέστη είναι ανυπόφορη, θέλουμε δροσιά και ξεκούραση τούτη τη μέρα.
- Και μήπως δεν είναι ξεκούραση, θεία, να βλέπεις της τέχνης την ομορφιά; Θα περάσουμε όπου να ‘ναι τις Μυκήνες. Δε θα ‘θελες να ξαναθαυμάσεις το «Θησαυρό του Ατρέα» ή το ανάγλυφο με τα δυο λιοντάρια, στην είσοδο του αρχαίου μυκηναϊκού κάστρου;
Το έλεγε μ’ ένα πονηρό χαμόγελο και, σαν μ’ είδε κατσουφιασμένη, έβαλε τα γέλια.
- Έτσι σου το ‘πα, να δω τι θα κάνεις. Σου υποσχέθηκα, προτού ξεκινήσουμε, πως σε τούτη την εκδρομή σου αφήνω κάθε πρωτοβουλία.
- Έτσι το είπες, μικρέ κατεργάρη; Αν σου ‘λεγα, δηλαδή, πως σου κάνω τη χάρη να κάνουμε κι από τις Μυκήνες μια βόλτα, θα σου κακοφαινόταν; Ησύχασε, όμως ? δε θα σου γίνει σήμερα το χατίρι, μικρέ μου αρχαιολόγε. Λατρεύω την τέχνη όσο κι εσύ, όμως τούτη η μέρα είναι αφιερωμένη στη φύση, μονάχα στη φύση.
Έτσι περάσαμε και τα Δερβενάκια, χωρίς να σταθούμε, χωρίς να διηγηθούμε τη «νίλα του Δράμαλη». Είδα το συνταξιδιώτη μου να κοιτάζει το άγαλμα του Κολοκοτρώνη στην είσοδο των στενών και, ασφαλώς, θα οραματίστηκε πάλι τη μεγάλη μάχη. Θα ζωντάνεψε τούτα τα υψώματα με τις ιαχές των παλικαριών, που χυμούσαν απ’ τις κορφές σαν λιοντάρια, και τους θρήνους των Τούρκων, που είχαν κλειστεί μέσα στη φιδίσια χαράδρα και δεκατίζονταν.
Θα ‘δε τον Νικηταρά, που το χέρι του είχε πριστεί πάνω στο σπαθί που κρατούσε ώρες, θ’ άκουσε τη φωνή του Κολοκοτρώνη: «Έλληνες, ο Θεός έχει υπογράψει τη λευτεριά της Ελλάδας!» και θα καμάρωσε στην ορμή του τον Παπφλέσσα, να τρέχει μες στη φωτιά, ανεμίζοντας στις πλαγιές τα’ αγιασμένα του ράσα.
Μα ό,τι κι αν έζησε μέσα στο ιστορικό εκείνο τοπίο, ο Φάνης δεν το ‘δειξε. Ήταν άλλωστε δύσκολο, μια που είχαμε πάρει αυτοκίνητο συγκοινωνίας και λογαριάζαμε και τους άλλους ταξιδιώτες που το ‘χαν ρίξει στο τραγούδι.
Από το Άργος, όπου ξεκουραστήκαμε λίγο, πήραμε ένα ταξί που μας πήγε στο Κεφαλάρι.
Στρίψαμε το μεγάλο δρόμο που πάει κατά την Τρίπολη κι ύστερα από λίγο ο οδηγός μπήκε σ’ ένα βαθύσκιωτο δρομάκι, ακολουθώντας ένα μικρό ποτάμι που ήρθε να μας προϋπαντήσει.
Από μακριά ακουγόταν η συμφωνία του νερού, που κατηφόριζε μέσα απ’ το βουνό. Είναι το δώρο της λίμνης Στυμφαλίας στην πεδιάδα του Άργους, που την αρδεύει ολόκληρη. Κατεβήκαμε και καθίσαμε κάτω απ’ τα πλατάνια, δίπλα στους κρουνούς.
Το νερό, που ανάβρυζε σε τρεις τέσσερις κρουνούς, αφρισμένο, πολύηχο, θεαματικό, κατηφόριζε μες στο σύδεντρο, μοιρασμένο σε τέσσερα πέντε ποτάμια.
Μια εκκλησία, χτισμένη πάνω απ’ το νερό, η μισή μέσα σε σπηλιά, συμπληρώνει τη γραφικότητα. Ένα πλάτωμα γύρω, μοιάζει με μπαλκόνι που σε προσμένει. Σταθήκαμε λίγο εκεί, ν’ αγναντέψουμε την εικόνα της δροσερής ομορφιάς, που μας είχε ολότελα συνεπάρει.
Μα που να κρατηθείς σ’ έναν τόπο, όταν αυτό το αφρομάνι δε στέκεται ούτε στιγμή.
- Πάμε μαζί με τα ποταμάκια μέσα στο σύδεντρο;
- Πάμε, Φάνη, μα πρώτα να δροσιστούμε λιγάκι. Δε θα ‘θελες να πλυθείς και να πιεις με τη φούχτα σου τις ολάφριστες δροσοστάλες;
Νιφτήκαμε, χτενιστήκαμε, ήπιαμε νερό, που δε θα ξεχάσω τη νοστιμιά και τη δροσιά του. Πιο κάτω, ένα πουλάρι κοντά στη μανούλα του, που είχε χωθεί στο ποτάμι, ρουφούσε αχόρταγα το δροσιστικό νάμα. Σαν χόρτασε το πουλάρι, ξεχύθηκε μέσα στα νερά και πηδοκοπούσε σαν μεθυσμένο.
Ακολουθήσαμε το μεγάλο ποτάμι, που πήγαινε προς τα μέσα, κυλώντας τ’ αθόρυβα πια και γαληνεμένα νερά του κάτω απ’ τα δέντρα: ένα ήμερο δάσος που σε συνέπαιρνε στη γαλήνη του. Γεφυράκια εδώ κι εκεί σ’ ανεβάζανε σε σπιτάκια χαριτωμένα, με κήπους ολάνθιστους και μ’ αυλίτσες ασβεστωμένες, γεμάτες λουλούδια σε γλάστρες και σ’ αλιτάνες. Καφενεδάκια, κοντά στο νερό, μ’ ένα δυο τραπεζάκια κάτω απ’ τα δέντρα. Παιδάκια ξυπόλυτα πλατσουλάνε μαζί με τις πάπιες μες στο ρυάκι.
Ακολουθώντας το ποταμάκι, περνούμε ένα κατάφυτο περιβόλι και μπαίνουμε σ’ ένα ξάγναντο. Απ’ αντίκρυ, ένας μικρός καταρράχτης μας προκαλεί. Δυο γυμνοί πιτσιρίκοι διασκεδάζουν με την ορμή του, παίρνοντας κάθε τόσο το μπάνιο τους. Τους ζηλεύουμε, μα δεν μπορούμε να μιμηθούμε το παράδειγμά τους. Κι άξαφνα αγναντεύουμε την παραδεισένια γωνιά, που θα μείνει στη μνήμη μας σαν σκηνογραφία ονείρου.
«Η χαρά του νερού», λέει η ταμπέλα του μαγαζιού και δεν είναι μονάχα η επιγραφή που διαλέχτηκε μ’ επιτυχία. Πίσω απ’ το κέντρο μια νεροτριβή, ένας νερόμυλος που ξεχύνει τη μουσική του μαζί μ’ ένα πλήθος φωσφορισμούς. Ανάμεσα από τις φυλλωσιές, στέλνει τον κρουνό του κι ο ήλιος. Παίζει το φως με τους ίσκιους, κάνει τα φύλλα ν’ αστραπολάμπουν καθώς τα λικνίζει η αύρα. Κι ύστερα βουτούν οι ακτίνες μέσα στα νερά και γεμίζουν το δροσερό νάμα με πλήθος διαμάντια. Τρία τέσσερα ποταμάκια, αραδιαστά, σαν να κάνουν γυμναστική, προχωρούν κάτω από τα δέντρα. Κι εκείνα γέρνουν χαϊδευτικά, τα’ αγκαλιάζουν και τα γεμίζουν μυστήριο.
- Τι σκηνογραφία, λέει ο Φάνης. Θαρρείς πως θα βγουν όπου να’ ναι νεράιδες, να στήσουνε το χορό κάτω από τις λεύκες.
Μ’ αντί για νεράιδες, μια σειρά από πάπιες καμαρωτές περπατάνε στις όχθες. Που και που κάνουν τη βαρκάδα τους ρυθμικά, διασχίζοντας το φιδίσιο νερό. Μας κοιτάζουν προκλητικά. Δεν αντέχουμε. Βγάζουμε τα παπούτσια μας και χωνόμαστε στο νερό. Μας ξαφνιάζει η κρυάδα του. Είναι παγωμένο. Βγαίνουμε στις όχθες και περπατάμε πάνω στο βελούδινο χορτάρι. Ο Φάνης δεν έχει σταματημό. Συνερίζεται τα παπάκια, πότε ρίχνεται στο νερό, πότε βγαίνει μαζί τους για να στεγνώσει.
Βυθίζομαι στ’ όνειρό μου κι εγώ, ξεκουράζομαι, αποξεχνιέμαι. Μια κραυγή χαρούμενη με ξαφνιάζει. Ο Φάνης έχει ανακαλύψει πέντε αυγά μέσα στα θαμνόκλαδα. Έρχεται με τις φούχτες γεμάτες.
- Είναι του μαγαζάτορα, λέω, δικές του θα ‘ναι οι πάπιες. Πάμε να μας τα ψήσει.
Τρώμε με όρεξη τα παπίσια αυγά ομελέτα. Ένα μπιφτέκι και μια σαλάτα τα συνοδεύει και το νερό πάντα μας τραγουδά και οι ακτίνες παίζουν μαζί του. Ξαπλώνουμε ύστερα κάτω απ’ τα πλατάνια κι αφηνόμαστε στη χαρά του νερού.
[Σοφία Μαυροειδή – Παπαδάκη, «Ο Μικρός Περιηγητής» τόμος Β’ (εικονογράφηση Αλέκος Φουντουκλής), Εκδόσεις Καστανιώτη Νεανική Βιβλιοθήκη, 31981, Αθήνα, σελ. 94 – 99 & 161 - 166].





