Γιάννης Θ. Αποστολόπουλος, Γυμναστής, Αργείων Άθλα, εκδόση Δήμος Άργους – ΔΕΠΟΑΡ – Αργέας, Άργος, 1998, σελ. 19-26.
Αργείων Άθλα
Όταν επιχειρεί κανείς να συγκεντρώσει στοιχεία που αφορούν στη νεότερη αθλητική ιστορία του τόπου μας, οδηγείται φυσιολογικά στη σκέψη ότι μια σύνδεση με το παρελθόν όχι μόνο είναι χρήσιμη αλλά και απαραίτητη, διότι με αυτόν τον τρόπο δίδεται σε όλους η ευκαιρία, έστω και αφαιρετικά, να γνωρίσουν τις αθλητικές δραστηριότητες των ανθρώπων που κατοίκησαν στο ένδοξο Άργος από την εποχή που η ανθρώπινη ύπαρξη δημιούργησε τους μύθους και τους θρύλους. Η γεωγραφική θέση του Άργους μαζί με τις κλιματολογικές συνθήκες προετοίμασε όλες εκείνες τις ευνοϊκές προϋποθέσεις προκειμένου να κατοικηθεί από αρχαιοτάτων χρόνων και να δημιουργήσει τη λαμπρή αυτή ιστορία. Το Άργος με την πλούσια πεδιάδα του αναπτύχθηκε με κέντρο τις Μυκήνες από τη δεύτερη π.Χ. χιλιετία στον κορυφαίο σε σημασία χώρο του Ελληνικού πολιτισμού της εποχής. Αργότερα, όταν εγκαταστάθηκαν οι Δωριείς, αποτέλεσε, στους πρώιμους ιδίως χρόνους της πρώτης π.Χ. χιλιετίας, ισχυρό πολιτικό και οικονομικό κέντρο. Έτσι ο χώρος αυτός βρίσκεται στο κέντρο των πιο σημαντικών παραδόσεων της ελληνικής αρχαιότητας που εξέφρασαν στη φιλολογία και στην τέχνη την κλασική σκέψη, όπως οι τραγικές περιπέτειες της οικογένειας των Ατρειδών και ο Τρωικός πόλεμος ή η πληθωρική δράση και οι άθλοι του Ηρακλή. Και, επειδή οι ανθρώπινες δραστηριότητες επηρεάζονται από πολλούς παράγοντες και ρυθμίζουν τις κοινωνικές και τις πολιτικές εξελίξεις, επόμενο ήταν εκτός από την πλούσια πνευματική, πολιτιστική και πολεμική δραστηριότητα οι Αργείοι να διακριθούν και στον αθλητισμό, ανεξάρτητα από τους σκοπούς που εξυπηρετούσε και τον τρόπο με τον οποίο τον χρησιμοποιούσαν. Οι Αργείοι είχαν συνδέσει τη ζωή τους με την άθληση και τους αγώνες και αυτό φαίνεται τόσο από τα στάδια και τα γυμνάσια (γυμναστήρια) που υπήρχαν, όσο και από την έντονη παρουσία τους σε όλους τους ιερούς αγώνες – Ολύμπια, Νέμεα, Ίσθμια, Πύθια -~είτε ως αθλητές είτε ως αγωνοδίκες είτε ως αγωνοθέτες και έχουν τεράστια συμβολή στη ενότητα του Ελληνικού έθνους μέσα από τους Ολυμπιακούς και άλλους ιερούς αγώνες.
Κάθε χρόνο σχεδόν οι Αργείοι όπως και οι άλλοι Πανέλληνες είχαν την ευκαιρία να συναθροίζονται σε ένα από τα τέσσερα ιερά. Έτσι τους δίνονταν η δυνατότητα μέσα από αθλητικούς αγώνες, από διάφορες εορταστικές εκδηλώσεις και θρησκευτικές τελετές να συνειδητοποιήσουν ότι εκείνα που τους χώριζαν ήταν πολύ λιγότερα από εκείνα που τους ένωναν. Οι συνθήκες που συνάπτονταν μεταξύ των πολιτειών και οι όρκοι γράφονταν σε στήλες στους τόπους των ιερών αγώνων «στήλας δε στήσαι Ολυμπίασι και Πυθοί και Ισθμοί και Αθήνησιν εν Πόλει και Λακεδαίμονι εν Αμυκλαίω (Θουκ. Ε, 19). Τας δε ξυνθήκας τας περί των σπονδών και των όρκων και της ξυμμαχίας αναγράψαι εν στήλη λιθίνη Αθηναίους μεν εν Πόλει, Αργείους δε εν αγορά εν τον Απόλλωνος τω ιερώ, Μαντινείας δε εν του Διός τω ιερώ εν τη αγορά… κλπ» (Θουκ. Ε, 48). Εκτός από αυτό ήταν πολύ σημαντικό το γεγονός να διαπιστώνει ένας λαός με κοινούς θεούς και κοινούς αγώνες την υπεροχή του σε σχέση με τους βάρβαρους λαούς που τον περιέβαλλαν. Η διαπίστωση αυτή είχε μεγάλη σημασία ιδιαίτερα για τους Έλληνες που ήσαν σκορπισμένοι σε εκατοντάδες πόλεις – κράτη σε όλα τα παράλια της κεντρικής και ανατολικής Μεσογείου. Και ίσως εκεί να βρίσκεται και το μυστικό τόσο της κατάκτησης του κλασικού πολιτισμού όσο και της ανύψωσης του αθλητισμού σε ιδανικό πρώτα και μόνο από τους Έλληνες.

Η μορφή την οποία έπαιρνε ο αθλητισμός στη ζωή των Ελλήνων επηρεαζόταν από τη γενικότερη εξέλιξη της Ελληνικής κοινωνίας και του αρχαίου κόσμου. Έτσι βλέπουμε στην πορεία των αγώνων και του αγωνιστικού πνεύματος στα Μυκηναϊκά και πρώιμα ιστορικά χρόνια (12ος-8ος αι. π.Χ.), κατόπιν στην Αρχαϊκή περίοδο (7ος-6ος αι. π.Χ.), στους Κλασικούς χρόνους (5ος-4ος αι. π.Χ.), στην Ελληνιστική και τη Ρωμαϊκή εποχή (3ος αι. π.Χ. – 4ος αι. μ.Χ.) να ενυπάρχει αρχικά ο σεβασμός και η απότιση τιμών σε θεούς και νεκρούς, που αποτελούν τα δύο βασικά χαρακτηριστικά της αρχαίας ιδεολογίας. Ακολουθεί το περίφημο «αιέν αριστεύειν και υπείροχον έμμεναι άλλων» μέχρις ότου επικρατήσει η αντίληψη του «νους υγιής εν σώματι υγιεί» και του «καλού καγαθού», για να πάρουν στο τέλος οι αγώνες μορφή οικουμενική με τη δυνατότητα συμμετοχής αθλητών από όλο τον κόσμο.
Από τη μελέτη των σημαντικών αυτών σταθμών της πορείας του αθλητισμού και του αγωνιστικού πνεύματος με την έντονη παρουσία των Αργείων καταλήγει κανείς στο συμπέρασμα ότι η φιλοσοφία του αθλητικού πνεύματος διαμόρφωσε τον ελληνικό πολιτισμό αλλά και διαμορφώθηκε από αυτόν, αφού εναρμονίζονταν με την πάγια αντίληψη των Ελλήνων ότι κάθε ενέργεια πρέπει να έχει στόχο τη βελτίωση και την πρόοδο. Ο θρησκευτικός, ο πολεμικός, ο πολιτικός, ο εκπαιδευτικός και ο πολιτιστικός χαρακτήρας των αγώνων αποτέλεσαν κύρια πηγή έμπνευσης τόσο στο πεδίο της καλλιτεχνικής δημιουργίας όσο και στο πεδίο της ποιητικής έκφρασης. Και στο χώρο αυτό, όπως μας πληροφορούν οι σχετικές πηγές αθλητικών και γυμναστικών κειμένων, ανασκαφικών ευρημάτων και παραστάσεις αρχαίων έργων τέχνης, οι Αργείοι δεν υστέρησαν έναντι των κατοίκων των άλλων ελληνικών πόλεων – κρατών με τεράστια συμβολή στη δημιουργία του Ελληνικού κράτους. Δεν είναι γνωστός ο αριθμός των Αργείων αθλητών που μετείχε στους Ολυμπιακούς και άλλους ιερούς αγώνες, αλλά, αν κρίνουμε από τις επιτυχίες και τις διακρίσεις τους, όπως επίσης και από τη διαχρονικότητα της παρουσία τους, μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι πάντα στο Άργος υπήρχαν πολλοί ικανοί αθλητές πέρα από αυτούς που η αρχαιολογική σκαπάνη ανακάλυψε και ο Παυσανίας περιέγραψε.

Ο δρόμος, η πάλη, η πυγμή, οι αρματοδρομίες ήσαν τα αγωνίσματα με τα οποία κυρίως ασχολούνταν οι Αργείοι. Εμπνευστές αυτών των αγωνισμάτων είναι οι Μυκηναίοι, άποικοι των οποίων τα μετέφεραν στην Κύπρο, όπου και συναντιούνται στην αγγειογραφία του 13ου αι. π.Χ. Υπάρχουν ενδείξεις ότι το άρμα δεν χρησιμοποιήθηκε στη μυκηναϊκή Ελλάδα μόνο στον πόλεμο ή στο κυνήγι, αλλά ακόμη και στην τέλεση αγώνων. Παραστάσεις αρματοδρομιών φαίνεται πως αποδίδουν ήδη μερικές ανάγλυφες επιτύμβιες στήλες από τις Μυκήνες, χρονολογημένες στα μέσα του 16ου αι. π.Χ., και ακόμη μια σειρά αγγείων του 14ου και 13ου αι. π.Χ. από την ηπειρωτική Ελλάδα, τα νησιά και την Κύπρο. Με τα αγωνίσματα του δρόμου και της αρματοδρομίας, από τα πιο αγαπητά αγωνίσματα των Ελλήνων, παρουσιάζεται το γνήσιο αγωνιστικό πνεύμα. Οι Μυκηναίοι δεν είναι μόνο οι δημιουργοί του αθλητικού αγωνιστικού πνεύματος. Έδωσαν ακόμα ένα νέο περιεχόμενο στα αθλητικά γυμνάσματα που γνώρισαν από τους Μινωίτες. Ίσως εξακολούθησαν την τέλεση αγώνων σε θρησκευτικές γιορτές, για να τιμήσουν κάποιο θεό, παράλληλα όμως ίδρυσαν αγώνες επιτάφιους, με σκοπό να τιμήσουν και κάποιους νεκρούς ήρωες. Η εδραίωση αυτή της αθλητικής παράδοσης των μυκηναϊκών χρόνων όχι μόνο δε χάθηκε, αλλά διατηρήθηκε και συνεχίσθηκε, εξελίχθηκε και συμπληρώθηκε παρά τις γενικότερες ιστορικές ανακατατάξεις που συνέβαιναν στον Ελλαδικό χώρο.
ΑΡΓΕΙΟΙ ΟΛΥΜΠΙΟΝΙΚΕΣ
ΔΑΝΔΗΣ
Πρώτος σπουδαίος ολυμπιονίκης αναφέρεται ο Δάνδης, ο οποίος νίκησε δίαυλον το 476 π.X. στην 76η και στάδιον το 472 π.Χ. στην 77η Ολυμπιάδα. Ο ονομαστός αυτός σταδιοδρόμος ήταν δύο φορές περιοδονίκης, νικητής δηλαδή και στους τέσσερις μεγάλους ιερούς αγώνες.
Σχετικό και το επίγραμμα του Σιμωνίδη «Αργείος Δάνδης σταδιοδρόμος ενθάδε κείται νίκαις ιππόβοτον Πατρίδα επικλεΐσας. Ολυμπία δίς, εν Πυθύνι τρία, δύο δ’εν Ισθμοί, πεντεκαίδεκα Νεμέα. Taς δ’άλλας νίκας ουκ ευμαρές αριθμήσαι». Ο δρόμος σταδίου ήταν το μοναδικό αγώνισμα ως τη 13η Ολυμπιάδα. Ήταν τρέξιμο σε ίσιο δρόμο εξακοσίων ποδών. Στην Ολυμπία ήταν εκατόν ενενήντα δύο μέτρα (192 μ.), στη Νεμέα εκατόν εβδομήντα οκτώ (178 μ.), (στάδιο του 4ου π.χ. αιώνα) στην Επίδαυρο εκατόν ογδόντα ένα μέτρα (181 μ.), στην Αθήνα και στους Δελφούς εκατόν εβδομήντα οκτώ μέτρα (178 μ). Η απόσταση του διαύλου ήταν δύο στάδια.
(Ε)ΠΙΤΙΜΑΔΑΣ
Αργείος αθλητής νίκησε στο παγκράτιον το 468 π.χ. στην 77η Ολυμπιάδα. Στην ίδια Ολυμπιάδα διακρίθηκε στην πυγμή παίδων Τιρύνθιος αθλητής, του οποίου δεν είναι γνωστό ολόκληρο το όνομα του παρά μόνο η κατάληξη (….ΝΗΣ).
ΑΡΙΣΤΕΥΣ
Αργείος Ολυμπιονίκης στο δόλιχο δρόμο, γνωστός από φιλολογική ή επιγραφική μαρτυρία. Δεν είναι γνωστό σε ποια συγκεκριμένη Ολυμπιάδα αναδείχθηκε ολυμπιονίκης. Προσδιορίζεται κατά προσέγγιση μεταξύ των ετών 436 π.Χ. έως 408 π.Χ.
Το 480 π.Χ. Κέλης Αργείων δημόσιος. Κέλης ονομάζονταν ο ίππος ο οποίος ήταν ικανός να λάβει μέρος σε ιππικούς αγώνες. Έναν τέτοιο ίππο έστειλαν οι Αργείοι σ’ αυτή την Ολυμπιάδα.
Τό 472 π .Χ. τo Τέθριππον Αργείων πέτυχε πρώτη νίκη.
ΑΡΓΕΥΣ ή ΑΓΕΥΣ
Το 328 π.Χ. (113η Ολυμπιάδα) νίκησε στην Ολυμπία ο «Αργεύς Αργείος δόλιχον, ος εν Άργει την εαυτού νίκην αυθημερόν ανήγγειλεν» (Ευσ. Παμφ.). Ο δόλιχος δρόμος είναι άγνωστο πόσα ακριβώς μέτρα ήταν. Από όσα αναφέρει ο Φιλό-στρατος, ότι δηλαδή οι δολιχοδρόμοι έτρεχαν στην προπόνηση τους 8-10 στάδια, στους επίσημους αγώνες θα έτρεχαν τα τριπλάσια (24-30 στάδια), δηλαδή 5.000 μ. περίπου. Ο δόλιχος δρόμος ήταν κάμπειος, τον έτρεχαν όλον μέσα στο στάδιο και οι αθλητές έπρεπε να παρακάμψουν τη νύσσα και να γυρίσουν στην αφετηρία. Ο δόλιχος δρόμος μπήκε στην 15η Ολυμπιάδα για πρώτη φορά.
Στο Άργος συζητούσαν επί πολλές ημέρες το μεγάλο γεγονός της νίκης του Αργέα. Δεν ήξεραν δε τι να θαυμάσουν πιο πολύ. Τη μεγάλη Ολυμπιακή νίκη ή το απίστευτο κατόρθωμα να τρέξει ένας άνθρωπος εξακόσια στάδια, δηλαδή 115 περίπου χιλιόμετρα σε μια μέρα και να φθάσει αυθημερόν από την Ολυμπία στο Άργος! Ο Κλεάνθης Παλαιολόγος σε μια θαυμάσια περιγραφή αναφέρει το κατόρθωμα του Αργέα στο βιβλίο του «Από τους θρύλους της Ολυμπίας».
ΚΕΡΑΣ Ο ΑΡΓΕΙΟΣ
Στην 120η Ολυμπιάδα (300 π.Χ.) νίκησε ο «Κεράς Αργείος πάλην, ος χηλάς απέσπα βοός». Η πάλη μπήκε για πρώτη φορά στους Ολυμπιακούς αγώνες το 708 π.Χ. στην 28η Ολυμπιάδα.
Επίσης το 480 π.Χ. στην πάλη παίδων αναφέρεται Αργείος νικητής, το όνομα του οποίου δεν σώζεται ολόκληρο παρά μόνο η κατάληξη (…ΚΩΝ).
Οι Αργείοι είχαν ιδιαίτερες ικανότητες στην πάλη, η οποία ήταν γνωστή και πολύ διαδεδομένη από τα ομηρικά χρόνια. Οι αθλητές του Άργους ήσαν φημισμένοι για την παλαιστική τους τέχνη, και γι’ αυτό έμεινε παροιμιώδης η φράση Αργείων α πάλα, ου Λιβύων. Οι γνώμες των συγγραφέων δεν συμπίπτουν για την εύρεση αυτής. Στην Ελληνική Μυθολογία αναφέρονται τόσοι αλληλοσυγκρουόμενοι θρύλοι ώστε η οριστική αυτής πατρότητα παραμένει αμφίβολος. Κυρίως ο Ερμής, ο προστάτης των παλαιστρών, ο πονηρός θεός του δόλου και της έντεχνης απάτης, εθεωρείτο και ευρέτης της πάλης και άριστος αυτής δάσκαλος. Όταν ήταν ακόμη στα σπάργανα, προσκάλεσε σε πάλη τον Έρωτα, αγωνιστικότατο επίσης θεό, και γρήγορα κατενίκησε αυτόν με διαφόρους υποσκελισμούς. «Χθες δε προσκαλεσάμενος τον Έρωτα κατεπάλαισεν ευθύς, ουκ οίδα όπως υφέλκων τω πόδε» (Λουκιανού, θεών διάλογοι. Απόλλωνος και Ηφαίστου). «Συ δε, ω Ερμή, παλαίειν διδάσκεις παιδοτρίβης άριστος ων». (Λουκιανού,θεών Διάλογοι.Απόλλωνος και Ερμού). Ο Φιλόστρατος αποδίδει την εύρεση της πάλης στην Παλαίστραν, τη θυγατέρα του Ερμού «την εν Αρκαδία ηβήσασα». (Ι. Χρυσαφής)
ΙΩΛΑΪΔΑΣ
Ο Ιωλαΐδας αναδείχθηκε Ολυμπιονίκης στο στάδιον το 224 π.Χ. στην 130η Ολυμπιάδα.
ΕΠΑΙΝΕΤΟΣ
Ο Επαινετός κέρδισε στο στάδιον παίδων το 80 π.Χ. στην 175η Ολυμπιάδα. Στην Ολυμπιάδα αυτή έγιναν αγώνες μόνο παίδων, διότι ο Σύλλας είχε στείλει όλους τους άνδρες στη Ρώμη. «Άνδρες γαρ ουκ ηγωνίσαντο, Σύλλα πάντας εις Ρώμην μεταπεμψαμένου». (Ευσ. Παμφ.)
Το στάδιο παίδων έγινε για πρώτη φορά το 596 π.Χ. στην 46η Ολυμπιάδα.
ΑΝΘΕΣΤΙΩΝ
Ο Ανθεστίων ο Αργείος αναδείχθηκε ολυμπιονίκης στο στάδιον το 52 π.Χ. στην 182α Ολυμπιάδα.
ΣΩΠΑΤΡΟΣ
Ένας άλλος σπουδαίος Αργείος ολυμπιονίκης ήταν ο Σώπατρος, ο οποίος το 32 π.Χ. στην 187η Ολυμπιάδα ή το 28 π.χ στην 188η Ολυμπιάδα νίκησε και αυτός στο στάδιον.
ΧΕΙΜΩΝ Η ΚΙΜΩΝ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΥΣ
448 π. Χ. 83η Ολυμπιάδα Χείμων Αργείος πάλην. 436 π.Χ. 86η Ολυμπιάδα Αριστεύς δόλιχον. Ξεχωριστό ενδιαφέρον έχει η περίπτωση πατέρα και γιου που νίκησαν στην Ολυμπία πάλην ο Χείμων ή Κίμων και δόλιχον ο γιος του Αριστεύς. Μάλιστα οι εικόνες των αθλητών αυτών στην Ολυμπία ήταν η μία απέναντι από την άλλη.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Ο Αισχύλος ήταν νικητής στην Ολυμπία, ο οποίος ανέθηκε εις την ιδιαιτέρα του πατρίδα, το Άργος, δύο έκτυπα Διοσκούρων.
ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΑΡΓΕΙΟΙ ΟΛΥΜΠΙΟΝΙΚΕΣ
Σε αβέβαιες χρονολογήσεις αναφέρονται Αργείοι ολυμπιονίκες, τα ονόματα των οποίων είναι άγνωστα, όπως το 400 π.Χ (95η) σε άγνωστο αγώνισμα, το 208 π.Χ. (143η) στο δίαυλο, το 204 π.Χ. (144η) στο δίαυλο και το 196 π.Χ. (146η) επίσης στο δίαυλο. Ακόμη αναφέρεται ως αμφισβητούμενος Ολυμπιονίκης ο Αργείος Μνασιάδας σε άγνωστο ιππικό αγώνισμα.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Ο ΑΜΥΝΤΟΥ Ο ΜΑΚΕΔΩΝ
«Αλέξανδρος δε επειδή απέδειξε ως είη Αργείος, εκρίθη τε είναι Έλλην και αγωνιζόμενος στάδιον συ-νεξέπιπτε τω πρώτω». (Ηροδ. Ε. 22). Ο Αλέξανδρος ο Αμύντου, ο Μακεδών, θέλοντας να συμμετάσχει στους Ολυμπιακούς αγώνες βρέθηκε προ ενστάσεως των «αντιθευσομένων» Ελλήνων. Ισχυρίστηκαν ότι δεν ήταν Έλληνας αλλά βάρβαρος. Αυτός όμως απέδειξε ότι ήταν Αργείος εκ καταγωγής και έτσι οι διέποντες τον αγώνα εκ των Ελλήνων του επέτρεψαν να λάβει μέρος.
ΑΛΛΟΙ ΑΡΓΕΙΟΙ ΣΠΟΥΔΑΙΟΙ ΑΘΛΗΤΕΣ
Θεαίος: Παιδί του Ουλία, νίκησε πάλη στα Πύθια, τρεις φορές στα Νέμεα, τρεις φορές στα Ίσθμια και δύο φορές τόσο στα Παναθήναια όσο και στα Εκατόμβαια που τελούνταν στο Άργος.
θράσυκλος και Αντίας: Οι σπουδαίοι αυτοί αθλητές νίκησαν τέσσερις φορές στα Νέμεα και στα Ίσθμια. Τιμήθηκαν με χρυσές φιάλες, ωραιότατες χλαμύδες και εξωμίδες. Ήσαν συγγενείς του Θεαίου από τη μητέρα του.
Κλέοβις και Βίτων: Ο Κλέοβις και ο Βίτων ήσαν αδελφοί αεθλοφόροι, γιοί της ιέρειας της Ήρας. Όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος, οι Αργείοι έστησαν τα αγάλματα τους στο ιερό των Δελφών. Μέσα στο δελφικό Μουσείο στέκονται αντιπρόσωποι μιας καλλιτεχνικής αμφικτυονίας που στέλνει τους αντιπροσώπους της από όλες τις γωνιές της ελληνικής γης και από όλες τις εποχές της ελληνικής ιστορίας. Πρώτο πρώτο το Άργος, στις αρχές των αρχαϊκών χρόνων ακόμα, στέλνει το αφιέρωμα του που μας προϋπαντά στο δελφικό Μουσείο. Είναι οι δύο Αργείοι νέοι Κλέοβις και Βίτων, που ζεύτηκαν την άμαξα (επειδή δεν βρέθηκαν τα άσπρα βόδια που χρειάζονταν σύμφωνα με το τυπικό) για να πάνε τη μητέρα τους, Κυδίππη, από την πόλη στο ιερό της Ήρας, 45 ολόκληρα στάδια. Όλοι καλοτύχιζαν τη μάνα που είχε τέτοιους γιους κι εκείνη περήφανη προσευχήθηκε στη θεά να τους χαρίσει ό,τι πιο καλό μπορεί να προσδοκά ο άνθρωπος. ‘Υστερα οι τρεις μαζί πρόσφεραν τη θυσία τους, έφαγαν και κοιμήθηκαν μέσα στο ιερό. Η θεά είχε ακούσει τις προσευχές της μάνας. Ο Κλέοβις και ο Βίτων δε ξύπνησαν ποτέ πια. Με τη σωματική τους ρώμη στάθηκαν ικανοί να περάσουν στην αθανασία. Αυτή τη ρωμαλέα και αθλητική διάπλαση, με το στέρεο χτίσιμο του κορμιού, το πλούσιο στήθος, τη σφικτή μέση, τους ισχυρούς μυώνες, το τετράγωνο κεφάλι, με τις έντονα τονισμένες αρθρώσεις, που ενώνουν και συγχρόνως χωρίζουν τα διάφορα μέλη, έχει αποτυπώσει ο γλύπτης Πολυμήδης. Το περιστατικό αυτό οι Αργείοι στους αυτοκρατορικούς χρόνους το απεικόνιζαν και σε νομίσματα. Επίσης όπως αναφέρει ο Παυσανίας, κοντά στο άγαλμα του μειλίχιου Δία υπήρχε ανάγλυφο λίθινο με τον Κλέοβη και Βίτωνα που σύρουν προς το Ηραίο την άμαξα με τη μητέρα επάνω.
Μένανδρος: Νίκησε παγκράτιο στην Αθήνα ίσως στα Παναθήναια.
Πολυκράτης: Νικητής στα Παναθήναια.
Λάδας: Ο διασημότερος ίσως δρομέας της αρχαιότητας, όπως παραδίδει ο Παυσανίας, ήταν ο θεωρούμενος ως Αργείος Λάδας, που έτρεχε τόσο ελαφρά, ώστε δεν άφηνε καν ίχνη εκεί όπου είχε περάσει. Ανδριάντας του Λάδα υπήρχε κατά τον Παυσανία μέσα στον ναό του λύκειου Απόλλωνα. Νίκησε στο δόλιχο το 460 π.Χ. στην 80η Ολυμπιάδα.
Αριστίων: Νικητής σε ιππικούς αγώνες στους Δελφούς.
Αγησίστρατος Περίλα: Νίκησε πένταθλο στα Λύκαια το 320 π.Χ. Το πένταθλο (Δίσκος – Ακόντιο – Δρόμος – Άλμα – Πάλη) μπήκε για πρώτη φορά στους αγώνες της Ολυμπίας τη 18η Ολυμπιάδα, το 708 π.Χ.
Ο ΑΡΓΕΙΟΣ ΑΥΛΗΤΗΣ ΣΑΚΑΔΑΣ
Ο Σακάδας νίκησε στους Δελφούς σε αυλητικό αγώνα. Ο νόμος με τον οποίο νίκησε κατά τον αγώνα αυτό ήταν ο Πυθικός. Ο Σακάδας τάφηκε σε μνήμα κοντά στο Κυλαράβειο γυμναστήριο.
Ο Πλούταρχος αναφέρει στο περί μουσικής έργο του ότι οι Αργείοι στους αγώνες πάλης χρησιμοποιούσαν αυλό. «Προς την πάλην εχρώντο τω αυλώ».
Πυθικός νόμος: Ο Πυθικός νόμος ήταν μουσικός αγώνας, ένα επικολυρικό ποίημα συνοδεία κιθάρας. «Αγών ο μεν αρχαίος εν Δελφοίς κιθαρωδών εγεννήθη Παιάνα αδόντων εις τον θε-όν έθηκαν οι Δελφοί. Μετά δε τον Κρισαίον πόλε-μον οι Αμφικτύονες ιππικόν γυμνικόν επί Ευρυ-λόχον διέταξαν στεφανίτην και Πύθια εκάλεσαν. Προσέθεσαν τοις κιθαρωδοίς αυλητάς και κιθαρίστας χωρίς ωδής, αποδώσαντάς τι μέλος ο καλείται νόμος Πυθικός». Στον Πυθικό νόμο περιγράφεται η πάλη του Απόλλωνα προς το δράκο: «Βούλεται τον αγώνα του Απόλλωνα προς τον δράκοντα δια μέλους υμνείν. « Η σύνθεση αποδίδεται στον Αργείο Σακάδα «ος το αύλημα το Πυ-θικόν πρώτος ηύλησεν εν Δελφοίς» (Παύσ. Β. 22, 8). Η νίκη αυτή του Σακάδα το 586 π.Χ. συνέβαλε ώστε να σταματήσει η εχθρότητα που έτρεφε ο Απόλλων και που σκόπιμα καλλιέργησε το ιερατείο για τους αυλητές, αντιπάθεια που χρονολογείται από την εποχή του Σειληνού Μαρσύα. (Παυσ. Β. 22, 8. Δ. 27,7. ΣΤ. 14. 10, Θ. 30, 2.) Το άγαλμα του Σακάδα κοσμούσε και το χώρο της Ολυμπίας. (Παυσ. ΣΤ. 14, 9).





